Μέχρι να πάω, θα χάνομαι, θα βγάζω χνάρια από τις τσέπες και θα κυκλώνω με μύρια χρώματα τ’ αστέρια. Ο κόσμος μαζεύεται σ’ ένα του ζάρωμα. Την αυγή θα σου βγάλω λίγο λίγο τον ήλιο από το στόμα μου, δε θα ‘ναι λαγνικό το φως, κεντίδια που ιρίδιζαν στις ανεμόσκαλες θ’ αποστηθίσω, για να επαληθεύσω τα σημεία που διαχέεται το φως, από τα πρόσωπα στο πέλαγος.
Φίλια βλέφαρα. Βυθίζονται και ξαναβγαίνουν. Στάζουν από πάνω τους απομεινάρια των ονείρων, μαλακά, αέρινα χρώματα σε ζωγραφισμένες ροζ σκιές. Μοσχοβολούν ρόδα και σύννεφα από τους κήπους των αγγέλων. Φέγγος αξέχαστο χρυσογελάει όταν ανοίγουν οι γλυκανθισμένες ώρες, θολά, όπως τρεμίζουνε τα μάτια από τον ύπνο και στη μετάβαση την απαλή τ΄ αστέρια ξεπροβάλλουν. Αλλόκοτα γεμίζουν τ’ ουρανού μπαλώματα με γέλια και καλοσύνη. Κι οι ήχοι οι βαθύσκαπτοι, σαν μητρική αγάπη αντιλαλούνε.
Περπάτα μαζί μου στη βροχή. Στάζει την όρασή μου. Τριγυρνώ ολάνοιχτη με χέρια χρυσά και μια ψυχή ανάμεσα από επίμονες ανάσες. Στις εκτομές μου χύνω αίμα γαλάζιο και μπλε, μπερδεύεται η θάλασσα, μου γυρεύει πίσω τα σπλάχνα της κι εγώ βγάζω από πολύτιμους λίθους το μεδούλι και τις σκιές και της τ’ αλείφω στους χιτώνες. Στάζει τα άδυτά μου. Νοσταλγώ τις φρέσκες κι ολόδροσες πηγές, εκείνες που μέσα τους ξέπλενα τ’ αστέρια και σπόνδυλο-σπόνδυλο έντυνα τον θυωρό της μνήμης. Στο ρυθμό που αθροίζονται οι καύτρες τ’ ουρανού, τραγουδώ μια μελωδία. Στο άκουσμά της θαρρούν πως είναι ήχος λουλουδιών, μα μέσα της χιμούνε πεφταστέρια. Ακούω τη φωνή μου, είναι μικρό ψιχουλάκι στο στραφτάλισμα, αγγίζει αστραπές και την περιστροφή των πλανητών, απλώνεται πέρα από κάθε λίμνη, τρίζει τα ρημαγμένα βασίλεια κι ανεβοκατεβαίνει στο αυγινό το φως. Είμαι ήσυχα. Όταν κοπάζω, για δευτερόλεπτα αιώνια, όλα είναι λυπημένα ή όλα είναι φωτεινά. Μετά, τίποτα δεν αρχινά και δεν τελειώνει. Οπλίζεται κάθε άρθρωση των αστεριών με το ίδιο κίτρινο που ταξιδεύει στα βλέφαρα. Κι απ’ την αρχή, μυρίζω άνεμο. Αφήνομαι μαζί, γη κι αιθέρας και νερό και κάτι κόκκινο, ν’ ανθίσω στην ενέργεια.
Πέφτουν οι λέξεις, πέφτουν τα μάτια, μικρές ζωγραφιστές λίμνες που απλώνονται στο χιόνι. Ο ήλιος ξέχωρος. Σώπα. Πριν παλιώσει η φωνή μας. Πλέκονται στα σπλάχνα μας οι ζαφειρένιες οι φωνές με τα κοράλλια. Λευκόφωτες θάλασσες με σταλαγματιές του φεγγαριού, άμοιαστες στο σκοτάδι. Απ’ Ανατολή κι από Δύση το φως ροδόχερο αγκαλιάζει, θηλάζει πορφυρές αναλαμπές. Αστέρια αναπνέουν ζωντανά. Σώπα. Μείνε αηδόνι.
Έρχεσαι, φεύγεις, έννοια αφηρημένη, δε προλαβαίνω να μετατρέψω την αφή σε συγχορδία. Είμαι ζεστή. Γύρω απ’ το αφτί σου συγκεντρώνονται μικροί ήλιοι, αστράφτουν με τ’ ακτινωτά σπαθιά τους, μετατοπίζουν γύρω τους γεράσματα του χρόνου και σπασμένα κύματα. Μια μαργαρίτα ακουμπώ ανάμεσα. Δύσκολος ήλιος, να τον βλέπω ολόισια χωρίς συμμετοχή. Σήμερα παίζω γιομάτη, με αντικρύζουν ολόφωτα παιδικά μάτια. Κάτω απ’ τη λάμψη του φεγγαριού κινούμαι ασπρόμαυρη, σαν αρνητικό. Στο βάθος, δεινός κολυμβητής ένας ορίζοντας, βυθίζεται και ξαναβγαίνει. Πού αρχίζεις και δε σταματάς γύρω μου, τί ν’ αποσπάσω απ’ των εποχών τη δίνη. Πατώ απαλά σε πανίσχυρα βήματα. Κάθε αντίλαλος κολλάει σα πίσσα. Το καθαρό, το λαμπερό κι ας είναι σα χειμωνιάτικο φεγγάρι παγωμένο, σφηνώνω σ’ ασυλλόγιστη τροχιά. Στην εξιλέωση θυμάμαι πως είν’ ατέλειωτο.