[Μυρίζει έξω η νύχτα…]

Μυρίζει έξω η νύχτα.
Άστρα αιχμάλωτα
στις φορεσιές του ουρανού.
Λικνίζονται λίγες φωνές
στην πεθυμιά του ανέμου.
Αυτό που δε φεύγει
ανασύρει έγχρωμο χρόνο,
γίνεται νερό,
βγαίνει έξω απ’ της σάρκας
τα δόντια.
Τα πρόσωπά μας
γδύνονται βακχεία, σεμνότητα
και θύελλες.
Όλο πιο μέσα μου,
με τίποτα δε μοιάζεις.
Θυμήσου.
Αναβοσβήνω δίχως ρυθμό.

[Εμείς σαν άστρα λάμπουμε…]

Εμείς σαν άστρα λάμπουμε,
μακριά από τ’ αστέρια
και τρυφερά τις πέτρες βγάζουμε
να μην μας κοκκινίζουν.
Δως μου βροχή, πάρε φωτιά,
το φως από το στήθος σου
ξεδίπλωσε απ’ τους φεγγίτες.
Όλες οι χώρες των θεών
φωτίζονται στη σιωπή μας.
Τη λύπη μόνο την υγρή
σκόρπα τη στους ανέμους
και χάιδευε με τ’ απαλά
φτερά σου τους ανθρώπους.
Κάτι μικροί μου στεναγμοί
ραβδώσεις στο φεγγάρι,
ο χώρος γύρω ανοίγεται
κι εσύ, καρδιά μου, ο χρόνο

[Στιγμές που μπαίνεις μέσα μου]

Στιγμές που μπαίνεις μέσα μου
με τον πιο τρυφερό τρόπο,
καταλαμβάνεις κάθε εκατοστό μου
και μετατρέπομαι σε ρόδο αέρινο.
Σκορπίζω πέταλο πέταλο
και μένει μόνο το πρόσωπό μου
στα μικρά παντοδύναμα χρώματα
του σύμπαντος.
Το μαυρόασπρο αριθμεί αφίλιωτο
τα πατημένα άνθη,
κανείς δε βλέπει τα πράγματα
που τρυπιούνται, αδειάζουν και φεύγουν.
Ανάμεσα στα χρώματα, την ομορφιά
και τις ερεβώδεις φυγές,
χύνεται το λυρικό απόθεμα τ’ ουρανού.
Γεμίζουν οι δρόμοι – πώς γελώ –
μ’ ασκούπιστα άστρα.
Στο μέσα μέρος της παλάμης
σαν κόσμημα στριφογυρίζει ο κόσμος.
Σε κάθε άγγιγμα φεγγοχαϊδεύω
όσα απ’ το βάθος
προσφέρονται ορθάνοιχτα.

[Άφηνέ με να μη μπορώ…]

Άφηνέ με να μη μπορώ
εύκολα να σου ξεπληρώνω
την κάθε αβίαστη ανάσα.
Μικρά μπαστούνια λουλουδιών,
λευκά σκήπτρα,
παίρνουν μόνα τους τη δύναμη
και τα βαστάνε για ν’ ανθίζουν.
Τα μάγουλα του ήλιου
γεμίζουν φυσαλίδες χρωματιστές,
σιμώνουν όταν κοιμόμαστε,
περνούν πάνω απ’ τα δόντια των δέντρων
κι ακουμπούν με τη διάφανη κοιλιά τους
στα ορφανά αστέρια.
Ζωγραφίζονται τα όνειρα
με μεγάλες χειρονομίες
και το κεχριμπαρένιο
που τρυπιέται στις αιχμές,
χύνεται στοργικά στα μαξιλάρια.
Σ’ ένα χορό μεταξωτό,
μυρίζει αγνότητα νερού.

[Διαγράφονται κύκλοι]

Διαγράφονται κύκλοι.
Ένα φεγγάρι νυχτοφύλακας
ζητά να δει τί κρύβω πίσω από τη γλώσσα μου.
Ανοίγω το στόμα,
τί πρόλαβε να δει γυμνό,
δε βάζει ο νους του την προέκταση.
Βηματίζει με τα χείλη γεμάτα ρόδα εαρινά,
χωνεύει μες στα μάτια του τις σκοτεινές γιορτές.
Από τα βάθη μου πυρακτώνεται
ένα ποτάμι αρχαίο,
ξέχειλο προχωρά, νοτίζει τις αισθήσεις.
Και μες στο κέντρο το ακατάπαυστο
ανοίγει κι άλλο κέντρο.
Φεγγρίζει απαλά, με διάφανα στολίδια
κι ο χώρος του αντανακλά
της ομορφιάς την όψη.
Άνεμος
γέννηση
φωτιά
λάμψη και προστασία.
Και γίνονται οι ήχοι μου
ήχοι ἐν ἐνεργείᾳ.