Μικρό κορίτσι καραμέλα

Έσκισες περιτύλιγμα
και βγήκες απ’ τα όνειρά μου,
οι τόποι σου όλοι ισχυροί,
μ’ ανέμους γαλανόφτερους
και πολικό χρυσάφι.
Κοιτώ τα μάτια σου,
μικρή, γλυκιά μου χαραυγή,
και γύρω από τη σπιρτάδα τους
γυρίζουν οι γαλαξίες.
Είναι τ’ αστράκια μέσα τους
αγνά και γελαστά
κι ο κόσμος, φεγγαρένια μου,
γλυκαίνει στην αφή σου.
Σκύβω, μυρίζω θαλασσόσπορους
και δοκιμάζω μέλι,
φιλώ το μέτωπο του φεγγαριού,
με όλη τη χαρά σου.
Σε κάθε αερόστατο
που φούσκωνες με γέλιο,
έμπαινα μέσα εγώ κρυφά,
να ψηλαφώ αστερισμούς
με δαντελένια ασυμμετρία.
Πώς ήταν η πλάση δίχως σε,
ούτε που το θυμάμαι.
Κοντά σου ανοίγω διάπλατη,
γεμίζω με κοράλλια,
βουλιάζω σ’ αστρολίβαδα
χωμένη στα μαλλιά σου.
Μαργαριτάρια αφήνεις ήχους σου,
καρδιά σαν καραμέλα,
και γύρω από το στόμα σου
τριαντάφυλλα φυτρώνουν,
μικρά ανοιχτόχρωμα ευωδιαστά μπουμπούκια,
τον χρόνο γράφουνε αλλιώς,
γεμίζουν τις νύχτες πλάσματα,
νανουρίσματα και παραμύθια,
μπαλώνουν τα σκισίματα
από το μαύρο φως
και σπέρνουν ως τα πέρατα

[Βγαίνει και χύνεται…]

Βγαίνει και χύνεται,
μικρό κομμάτι που δεν κολλάει
σε παζλ,
είν΄ εικόνα από μόνο του,
μια άπλαστη ανυψωμένη εικόνα.
Ανοίγουν μέσα της κλαριά
από δέντρα ακροβάτες,
που το βλέμμα τους
δεν συμμορφώνεται με τον άνεμο.
Γύρω τριγύρω χορεύει πάντα η φωτιά,
κι ανάμεσά της η βροχή
μας σμίγει με τα ουράνια.

[Είναι αλαβάστρινη η επιθυμία]

Είναι αλαβάστρινη η επιθυμία.
Περνά μέσα από κάθε
οχυρωμένο μύθο,
σαν τη σκληρή Σελήνη
που μπορεί να κατεβαίνει
στην κατάφωτη θάλασσα.
Για μια στιγμή
τραγουδούν τα χρώματα
που σμίγουν με χειμωνιάτικους κήπους.
Η τελευταία ασημείωτη πληγή,
η τελευταία ασημείωτη ανάσα,
τί επαρκεί
για να κυματίζει ο χρόνος;
Προαναγγέλω κομμάτια δασών,
όταν ξεβολεύω τα τραύματά μου
και τους μπήγω ρόδινες παρεμβάσεις.
Μα ονειρεύομαι πως στη γιορτή των αστεριών
σπαρταράει μια ξεμοναχιασμένη ομορφιά
με λοφώδεις προβληματισμούς.
Κάνει τις μελωδίες να ξεχυμίζουν
κι ο άνεμος με τα κυρτά του δάχτυλα
εξευγενίζει μέσα στα μάτια της
τις κρυσταλλώσεις της σιωπής.
Σε κάθε γέννηση αγγέλων
μισόγυμνες οι φωνές μας
ονοματίζουν θάματα.

Χάρτινα καραβάκια

Πιο πέρα
απ’ των λέξεων το άγγιγμα
ξεδιπλώνεται
μνήμη λαβύρινθος.
Ανταμώνω με ολόλευκα πουλιά.
Ένα γύρισμα άγριο,
ζεστό και αγκαθωτό
μου φέρνει φως από γαλαξίες μακρινούς.
Μακριά, τόσο μακριά
στεγάζονται αγαπημένοι,
ηχεί ο ήχος της φωνής τους
μεσ’ στ’ αυτιά μου,
είν’ τα μαλλιά τους ασπρονούφαρα τρυφερά,
κι η δύναμη τους,
η δύναμη τους γίνηκε
και δύναμη δικιά μου
κι ας μη με πήρανε
ποτέ ξανά αγκαλιά.
Μικρό κορίτσι μου ‘δειχνες
πώς μαγικά διπλώνονται
χάρτινα καραβάκια,
πώς φεύγουν απ’ το δέρμα
της αυλής κι ίσαμε τ’ άστρα
ταξιδεύουν.
Κι ένα χαρτί αγέραστο,
δες, με φυλά ακόμα.

κορίτσι πράσινο

Μικρό κορίτσι πράσινο,
με γέλιο στη ματιά σου,
με ουρανό ελεύθερο
συχνά που σκοτεινιάζει,
μπλέκουν στα χέρια σου μαβιά
χρώματα αγγιγμένα,
μα την αυγή θρυψάλισμα
σε ευωδιάζει πάλι.
Κι είναι το βλέμμα σου αυστηρό,
γεμάτο άστρα μέσα,
κι οι θάλασσες σου καίνε θυμιατά
και μαργαρίτες βγάζεις.
Μισή χαρά, μισή βροχή,
ατέλειωτη ταξιδεύεις
και κάτω από χρυσές γραμμές
την κρύβεις την φωτιά σου.
Εικόνισμα φωτός γλυκό,
για όποιον ξεγυμνωθεί μπροστά σου.