Υπόσχεση

Κοιμάσαι;
Αυγουστιάτικος ουρανός,
τριζόνι,
βρεγμένος δυόσμος.
Τι ταξιδεύει στη νύχτα;
Τρίζουν τα φύλλα της μεγάλης μπανανιάς.
Βασιλεύει ο κόσμος
πλαγιάζουμε μ’ αστερωμένους καθρέφτες.
Να θυμάμαι να κλαίω
όταν όλα είναι αληθινά.
Και να λαξεύω τα όνειρα.

Είμαι η τελευταία

Σ’ έναν κόσμο που σαπίζει, απαθής,
θα μετατοπίσω με την καρδιά μου τα θεμέλια
μισοφαγωμένες νύχτες
κι η αγωνία να κρέμεται από κουβάρια σιωπές
η ανάσα μου κάτασπρη –
κάτι πρέπει ν’ αλλάξει στον κόσμο
ξανάρθες
όλο ελπίζω πως θα είσαι αλλιώτικος
ο θυμός σου επιπλέει στο λαιμό
και στα σκέλια μου
η ανάσα μου τρομαγμένη –
κάτι πρέπει ν’ αλλάξει σε σένα
να με βλέπεις τρυφερά
και το γέλιο μας ν’ αρμενίζει
γύρω από τη στρογγυλότητα του ήλιου των παιδιών
ένας οιωνός
κατακόκκινα έγιναν όλα
να με σκέφτεσαι
έχει στραγγίσει ο ουρανός απ’ τα μάτια μου
σ’ ένα μαύρο βυθό
έχω απομείνει ψυχή και κουφάρι
ποιος θα ξαναγεμίσει
τα προσωπάκια των παιδιών
τι εκκολάπτεται μες στους καιρούς
πες μου τουλάχιστον
πες μου πως
είμαι η τελευταία.

[Στις πολιτείες που ακουμπούνε στο νερό…]

Στις πολιτείες που ακουμπούνε στο νερό
υπάρχουν μικρά ανοίγματα
ανάμεσα στα βάθη και στα παραμύθια,
ρίχνω μικρά μπουκέτα φεγγαριού
και το υδάτινο στους ώμους του
περιέχει άνθη απ’ το Βορρά
και λευκάδα αληθινή.
Μικρές πολύχρωμες κυματιστές γιρλάντες
τρεμουλιάζουν σε γαλάζιο χαρτί
κι η στρογγυλάδα των δαχτύλων μου
ενώνεται με τις απλωσιές του κόσμου,
εκεί που τα πράγματα υπάρχουν πάντα,
ξεπετάγονται αξεχώριστα
και μαλακώνουν την εκπνοή μας.