[Ορίζουν οι παλιές βελανιδιές…]

Ορίζουν οι παλιές βελανιδιές
της γης το μέτρημα.
Ο χρόνος, αδέσποτος,
ζυγιάζεται ανάμεσα.
Στον άνεμο, τη νύχτα,
το χρώμα του χαλκού ζήτησα
και να μου ψιθυρίσει ιστορίες.
Πύρωσε τα δόντια του
και βρυχήθηκε στο πρόσωπό μου.
Ξεχώρισα πτυχές στο ίδιο μου το δέρμα
και χιόνι και παγετό
και το αίμα άνοιξης ζεστής
που ξεπηδάει από φλέβες
σκισμένης βυσσινιάς.
Στο ασημόφωτο χάσαμε λίγο
από τους προγόνους.
Αποδήμησαν
και πίσω τους, σχεδόν αθόρυβα,
γεμίσαμε τα μάτια μας
με ανθισμένα ανθάκια.
Θρυμματίζεται η μνήμη,
είναι μεγάλη
κι αιωρείται με τα μαύρα μάτια της,
ένας γδαρμένος ουρανός επάνω μας.
Θα κυλά και θα τινάζεται
και θα την πλάθουμε
φτερό και φύλακα
σε άνυδρα πάρκα,
σε συννεφιές και σε σκοτάδια.

[Τοποθετώ μικρά λουλούδια…]

Τοποθετώ μικρά λουλούδια
στη σειρά.
Ανακατασκευάζω
τον κάθε εξαγνισμό.
Τα δάχτυλά μου
βυθίζονται
σ’ ένα τελευταίο χρυσάφι.
Πουλιά στο σούρουπο μιλούν
για θρύλους
και σκουρόχρωμα βράδια.

[Κατέβα μαζί μου στον κήπο…]

Κατέβα μαζί μου στον κήπο
να μυρίσουμε τις λεμονιές,
λίγο ακόμα και θα πάρει
την ευωδιά τους το φεγγάρι.
Υπνωμένη εγκαταλείπω
τους φράχτες μου, στις παλάμες μου
κίτρινο γλυκό που απλώνει,
όσο μελανές κι αν είναι οι φυλλωσιές,
η αμηχανία μπροστά στην ομορφιά
με μεταλλάζει,
γίνομαι το στάρι και ο θεριστής,
κραυγάζουν τα γδαρσίματα μικρές φραστικές φουσκονεριές,
ανοίγω στις φλέβες των ροδιών,
χωρίς ασέβεια σκορπούν στα βελουδόδεντρα
διάπυρα αναθήματα,
το μουσκεμένο τ’ ουρανού μού τα γυρνάει στο στόμα,
μια γεύση ισόποση με τ’ άχρωμα του Βερλαίν
και του Ρεμπώ τα αφανέρωτα,
η νύχτα στραγγίζει μέσα στα πόδια της
τα σάβανα των τρελών,
ασβεστώνονται κατάσαρκα τα όνειρα και οι μνήμες,
σε κάθε κούρνιασμα ανάγκη για άνεμο είχα,
στο κάθε κροτάλισμα ολόκληρη η αρχοντιά των αστεριών
απόσβηνε τη μορφή μου,
ενσαρκώνουμε τον ορίζοντα μοναχά, ψιθυρίζω δίχως ντροπή,
χαμογελάς και κυματίζει το νερό,
η θάλασσά μου ασήμι, φως και στάχτη,
ακούνε οι τυφλοί με προσοχή το κέρωμα.

[Γλυκιά ροδιά…]

Γλυκιά ροδιά τραβάει το βλέμμα μου,
βγαίνει με κόκκινη κοιλιά
μέσα απ’ τις ρίζες των αγγέλων,
ανάβει στόμα θηλυκό
στους ίσκιους τους σφιχτοπερίπλεκτους
και στα σκιερά τα κυπαρίσσια.

Σφυρίζει ο άνεμος,
ροδίζει το άπειρο σαν να πασπάλιζες κανέλα,
την κίνηση της βλέπουν οι άκαρποι θεοί
και σφίγγουν στο στήθος τους γερά
τις φλέβες του χιονιού,
ωσότου η παγωνιά το χρώμα της να πάρει.

Γλυκιά ροδιά τραβάει το βλέμμα μου,
τολμά, ξανοίγεται μ’ αιθέρια μελωδία,
και νευρικά τα δέντρα γύρω της προσμένουνε το χρόνο.
Τα κόκκαλα μηνούν βαθιά
πως η αύρα της ερωτοχτυπά το θάνατο
και σαν άνοιξη κρυφά τον συνεπαίρνει.

Κι η σάρκα της η αιματινή δεν υποτάσσεται,
καταμεσής ολόγιομη κρεμιέται και χορεύει.