[Ποιά είναι η αλήθεια…]

Ποιά είναι η αλήθεια
για την τέχνη της σιωπής;
Μοιχεύονται οι εξάρσεις, 
βυθίζονται με όλη την οδύνη τους
στην ορθάνοιχτη θάλασσα.
Μεταφράζω μόνο 
αυτό που στραφταλίζει
στα σκέλια του αρχιπελάγους.
Και το αλάτι φορά στη νύχτα
τη βαρύτητα του νερού.
Η έννοια της αθανασίας
είναι αναλφάβητη,
αφήνει απέξω τα χαμομήλια,
η τελευταία εικόνα των θεών
καταποντίζεται
σαν ξημερώνει κι οι εμπρησμοί
καίνε τα μάτια του ήλιου.
Η μυρωδιά της γης 
είναι σκίνοι και πορτοκάλια, 
λαγόνες στη βροχή
και βαρβαρότητα.

[Τυφλωμένοι διαμελισμοί…]

Τυφλωμένοι διαμελισμοί
και πατρίδες κραδασμών.
Σ’ αυτό που
κατάσπλαχνα τινάζονταν
και ρίχναμε τα μάτια μας
στο χώμα,
έσπασε το φως του φεγγαριού.
Να σκορπίσουμε για μια στιγμή
τις κόκκινες κραυγές,
να ξανατοποθετηθεί ο ουρανός
πάνω απ’ τα μαύρα ρόδια.
Παραπέρα κοιμούνται
στις πόλεις τα παιδιά μας.

[Φυσάει…]

Φυσάει.
Ανακατεύονται τα πέταλα
των λουλουδιών.
Μικρές γαλάζιες νεφέλες
καταλαγιάζουν τ’ ουρανού
την αντάρα.
Ήσυχα στων ατραπών την ερημιά
ξεδιπλώνονται
μαρμαρυγές του φεγγαριού.
Ένα πουλί με χλωμάδα
τραγουδάει φθινόπωρο,
τα χρυσαφένια ούλα του
σκίζουν τα όνειρα, μέσα τους τρέχει
περίεργο φως
κι απ’ όλα τα κλωνιά
μαζεύω μπρούντζο
και σκλήρισμα.
Ολόκληρο το χάδι μας
ανοίγει τη νύχτα, εκείνη
παίρνει το χρώμα ώριμου φρούτου.
Αστρικές δυνάμεις
μαγνητίζονται πάνω της,
πέφτουν με το φως τους
και της κλείνουν το στόμα.

[Ό,τι αγγίζουμε…]

Ό,τι αγγίζουμε
με ολόκληρα τα κίτρινα φωτεινά μάτια μας
περνάει μέσα από νερό.
Γεμίζει το κέντρο του
με διάφανη εκσπερμάτωση
και τινάζεται στη γη το σχήμα του
χωρίς όρια.
Μένει μόνο το γέλιο, δυνατό δέντρο,
ν’ ασημίζει στο φως του φεγγαριού
και να ροδίζουν γύρω του στις σκιές
μικρά ουρανένια κουδουνάκια.

Δέηση

Κι όταν η μέρα τελειώνει
και κάθομαι απέναντί σου στη σιωπή,
κρυφακούς τους φόβους μου;
Τα μάτια μου ζητούσαν το φως του πρωινού,
στο πρόσωπό σου γλυκιά ανατολή.
Και μίκραινε, μίκραινε η θλίψη μου,
έπεφτε σαν τον καρπό στο χώμα,
ύστερα βλάσταινε στοργή
που θέριευε σε εκτάσεις,
ένα τεράστιο ψηφιδωτό απόλυτης ομορφιάς,
και γω αιωρούμενη και διάφανη
μπορούσα πιο βαθιά να σε πλησιάζω.
Ακούς του κόσμου το κομμάτιασμα;
Είναι σημεία των καιρών που φωσφορίζουν
κι είναι κλειδώματα βαριά και θορυβώδη
που στοιβάζονται στην καταχνιά
και σε σφαγή μετέχουν.
Να διατυπώνουμε μ’ ενάργεια
τ’ αστροτρίμματα,
δρασκελίζω από τη μια άκρη ως την άλλη
τις πολιτείες των νερών
και είναι γαλάζιες, τα βλέφαρά τους
τρεμοπαίζουν στον ήλιο και πάνω τους ακουμπούνε τα πουλιά
και είναι πράσινες, πλαταγίζουν ήχους ευτυχίας
που μυρίζουν σα δέντρα λεμονιές,
οι σπασμοί απλώνονται πέρα απ’ τους ίσκιους
κι οι μνημονεύσεις αφήνουν άνθη στα κοιμητήρια.
Είναι κάτι σταγόνες μας που πέφτουνε στη γη,
ποτίζουν το χώμα με αστρινή θαμπάδα
και γνέθουμε στον κόρφο μας το κιτρινόμαυρο μετάξι.
Βαδίζουμε περικυκλωμένοι από άστρα και φωτιά.
Ν’ αγκαλιάζουμε, ν’ αγκαλιάζουμε γερά
κι ας είναι χέρια στεναγμών, ούτε μετρήσαμε το αλάτι.
Στα μεσοδιαστήματα
να τραγουδάμε για ένα κοριτσάκι.