
Εδώ στάσου,
να κατευνάσουμε τους κεραυνούς.
Βγήκαν τριαντάφυλλα και άστρα
κι ο ουρανός θύμισε πάλι ουρανό.
Έτσι τη νύχτα με το σώμα την ψηλάφιζα,
δωρική.
Έτσι μου ξεκοίμιζε κι αυτή γλυκά το φως.

Εδώ στάσου,
να κατευνάσουμε τους κεραυνούς.
Βγήκαν τριαντάφυλλα και άστρα
κι ο ουρανός θύμισε πάλι ουρανό.
Έτσι τη νύχτα με το σώμα την ψηλάφιζα,
δωρική.
Έτσι μου ξεκοίμιζε κι αυτή γλυκά το φως.

Μουσκεύει ο καιρός.
Ανοίγουν και κλείνουν οι ουρανοί.
Στα χείλη μια γεύση κόκκινων καρπών
και δυναμίτη.
Λίγο πριν ξαναγεννηθεί ο κόσμος
ν’ απαριθμήσουμε τα όνειρα.
Εκείνα που χωράνε τα γέλια των παιδιών
σ’ όλα τα χρώματα.
Ολονυχτίς θα πιλατεύω το φεγγάρι,
να εξαργυρώνει με τη γλώσσα του
των παραμυθιών τα πικραμύγδαλα.
Η πλάση λεκιασμένη,
όλο ξεχνά τα σήμαντρα,
τα πούπουλα και τα ψηλά.
Και πως χρυσαίνει με αστράκια.
Σε τούτο τον αέρα των αγγέλων
προσεύχομαι.

Πιο πέρα
από τ’ ακρωτηριασμένα
και της νύχτας την ταλάντωση,
άνθιζαν μικρά φωτάκια.
Κι ο κόσμος, αν και μακρινός,
δεν έχανε τις ρίζες του
με τα κρυστάλλινα χνάρια.
Μικρά φεγγάρια
χόρευαν στον ουρανό,
την ένιωθα τη φέξη τους
από την απέραντη πατρίδα.
Ασπίδα προστασίας
των άστρων το τρέμισμα.
Κι αν είναι από σκοτάδι
το μουγκρητό αντιβούισμα,
μη μου μιλάς,
μέχρι να σπείρω απ’ την αρχή
το μυστικό του χρόνου
και τη χρυσή του αστρόσκονη.
Να είναι από αχάτη
οι ψίθυροι και οι σιωπές μας.

Ο ήλιος αφήνει μια υγρασία
στην άκρη των χειλιών,
κριτσανάει το φθινόπωρο
κάτω από μικρά ίχνη σαλιγκαριών
κι όλη η πόλη θαμπή
τραγουδάει για τη λήθη.
Όπως τα νυχτολούλουδα,
κλείνονται οι νύχτες με σιδερένιο στόμα,
σαστίζει ο χώρος στον πρωτοπυρήνα του,
μα δε φέγγουν τ’ αστέρια-εμφυτεύματα.
Καταμεσής θρασύτατο
μοιχεύεται ένα πάλαισμα,
απλώνει τη βροχή του γαϊτανάκι
και πιάνεται ανάλαφρα
από εσπεριδοειδείς πλανήτες,
έτσι που σαν υποτροπιάζει η παραίτηση,
ο θόλος τ’ ουρανού να βουρλίζεται
κι από τα βαθιά του μάτια
ως του σούρουπου τους βουβώνες
και την τεντωμένη αυγή
να ξεφεύγουν πετροχελίδονα πορτοκάλια.

Μια γλώσσα σκάβει
σε ασημένιες κοιλάδες,
βαριά, είναι βαριά
τα πεσμένα αστέρια,
αφήνουν πορφυρένιες τρύπες
κι οι κέδροι
ανοίγουν ανάμεσα τα κλαδιά τους,
να γίνουν θέλουν διάπλατοι αγγέλοι,
μα το θρόισμα του φθινοπώρου
σκορπά τον ανάλαφρο ήχο
του φεγγαρίσιου σαλέματος
και γεμίζουν οι λόφοι
με άλικα και χρυσοπράσινα φύλλα.
Μια τρυφερότητα βυθίζεται
σε σαρκοφάγα μουσική.
Μένει το σιγανό ψιθύρισμα
στους κήπους με τις μηλιές.
Κι οι πέρλες που κυλούν
από τα στόματα των λύκων
μέσα στην αμφιλύκη.