[Τί είναι αφύσικο…]

Τί είναι αφύσικο,
ξυπνώ και βλέπω
σκούρους ανθρώπους.
Πιο πέρα ένα δέντρο
άνθισε ζαλισμένο.
Το άρωμα των διαλόγων
γεμίζει τον ήλιο,
εκείνος ξαφνιάζεται,
δεν προσμένει απόλαυση.
Τρία γαλάζια φεγγάρια πιο κάτω
το δειλινό θα βυθίζεται στο χιόνι
Κι εμείς διψασμένοι
θα βουτάμε με το αλάτι μας
να λαθέψουμε
της γης την έριδα.

[Σε κάθε εναντίωση…]

Σε κάθε εναντίωση
επικυρώνεται ενέδρα.
Άλλα χρώματα θαρρώ
έτρεμαν μέσα μου.
Ησύχασε.
Θα σπάσει και θα βγει.
Το φως μέσα στη νύχτα.
Και τα μάτια, οι δαίμονες,
τα τριαντάφυλλα
και τα παράπονα
στις άκρες των σιωπών
θα στολιστούν.
Μικρές ψιχάλες φθείρονται
πηγαίνοντας προς τον ήλιο.
Το χέρι μου όλο κρατά
ένα όμορφο όνειρο.
Μέχρι να φυτευτώ
σα δέντρο, με ολόχρυσες ρίζες,
οι αγιογραφίες μου θα επιστρέφουν
πάνω από αραχνοΰφαντα χτίσματα.

[Δύναμη εγκλεισμός…]

Δύναμη
εγκλεισμός
ερέθισμα
προνόμιο
σημάδια
ιβίσκος
δύση
ανεμώνη

ένα άστρο έγινε κομμάτι μου
ανεβοκατεβαίνει αζωγράφιστο στο στήθος μου

πόλη χαρούμενη
μπλε θάλασσα
τρυφερή ομορφιά
λύπη ακατέργαστη

άνοστη πατρίδα
χωρίς νότες στις άκριες των δαχτύλων μου.

[Ανεβαίνω ψαλιδίζω…]

Ανεβαίνω
ψαλιδίζω
και κόβω σε λωρίδες
τη μακριά δαντελωτή κρούστα
της τριανταφυλλένιας τρέλας,
με κυματισμούς φράουλας
και σοκολάτας ανάμεσα,
σα θρύμματα παγωτού
σε αφρισμένη θάλασσα.
Τις σέρνω τα μεσάνυχτα
στο μελανένιο ουρανό
και χιλιάδες έτη φωτός μακριά
οι φλέβες των άστρων
μαζεύουν ζαχαρόχιονο
κι ανάβουν.
Μια τελετή αμνημόνευτη.
Η στοργή διαστέλλεται.