[Δεν τα θυμάμαι…]

Δεν τα θυμάμαι,
τα δίπλωνα τα φτερά μου,
υπήρχαν γύρω κρίνοι;
Σκονίστηκε ακόμη και το φεγγάρι
με τους παραλογισμούς στους δρόμους.
Σηκώνομαι και περπατώ
με τον ύπνο στις φλέβες,
πότε πήγε πάλι νύχτα.
Τα βορινά άστρα
χαϊδεύουν τα μαλλιά μας,
γυρεύουν ν’ αγκαλιαστούν
πριν μεταγγίσουν τη δροσιά τους
σε χειμωνιάτικα θραύσματα.
Με τους αγγέλους και τους άστεγους
θα τρίβω τις προσευχές μου,
γράφοντας αντανακλάσεις
των ελάχιστων πραγμάτων
που ζαχαρώνουν τα βήματά μας.
Ηχηρά που ξυπνούν
οι όψεις κι οι πληγές
στους πορφυρογάλανους
και τους ονειροπαρμένους.
Κι όλο πετώ, χωρίς βιασύνη.

[Δεν είναι γνώριμη…]

Δεν είναι γνώριμη
η ατμόσφαιρα έξω.
Βουτώ τα δάχτυλα μου
στο δωμάτιο,
πασαλείβονται με βροχή,
πολύχρωμη βροχή, χωρίς διάθεση φυγής,
χαμένα υγρά αστέρια,
πέταλα από λουλούδια που αγάπησα,
την ώρα που έδυε με πάθος ο ήλιος,
και ταριχευμένο χρόνο.
Δεν μας δίνεται καμβάς
γύρω από μπότες λασπωμένες,
πάνω μου ολοκάθαρα
θα σκουπίσω τους τριγμούς.
Το δέρμα μου πήρε πάλι
να γίνεται γαλάζιο
κι αυτή η επανάσταση τα ξημερώματα
ρούφηξε την ησυχία των αιώνων
προτού να γεννηθεί.

[Είναι χαρά, είναι θλίψη…]

Είναι χαρά,
είναι θλίψη,
μεταβάλλεται,
η βροχή θα κυλήσει
γύρω από κόκκινα ζώα,
μα τα μάτια αστράφτουν
όταν νυχτώνει.
Το φώς
τα σύννεφα
τα ελάφια
η ανάσα που γλιστρά απαλά
ανάμεσα σε κρατς κρατς χάλκινα φύλλα.
Απλά πράγματα.
Το ντροπαλό φεγγάρι
βαστάει ολόκληρο ουρανό.
Τί χρώμα παίρνουμε
ανάμεσα στα έλατα;
Ένα κελάρυσμα στο ποτήρι μου
μπαίνει πίσω απ’ το στόμα.
Μετά σιωπή,
διάφανη,
πορφυρή,
διάφανη.
Όταν είμαι τόσο ασάλευτη
τ’ αγρίμια ροδίζουν,
η μελαγχολία χρυσοσκοτεινιάζει
κι ο αέρας μυρίζει τριαντάφυλλα.
Κοιμάται ο κήπος,
αντηχούν απόψε
τα πιο μικρά, ήρεμα άνθη.

[Όλες οι ώρες μέσα μου…]

Όλες οι ώρες μέσα μου
θρόισμα από μετάξι.
Κάποιος καιρός απέξω
σκληρά μας αρματώνει.
Γαλάζιες σκιές ποδάρωσαν
τα πόδια των τρελών
σα γυάλισαν τα μάτια
στη μουσική βροχή.
Σπαθίζεται το στήθος
μ’ ατσάλι παγωμένο,
κι οι χτύποι αναθυμίζουν
στη φεγγοβόλα χαραυγή
άνοιξη και μαράζι.