Απόκρυφη αιωνιότητα

Δε βρίσκω αναπαμό σε θύμησες,
τα κλωναράκια δυόσμου
περνούν από μέσα μου
σαν πράσινο μολύβι,
ξεκίνησα και λαξεύω
και στην ανατολή του φεγγαριού,
τα φυτεμένα όλα θα τυλίξουν
τις γρανιτένιες ρίζες τους
σε γάγγλιο με σχήματα μπλαβένια,
μοσχοκάρφια μπήγονται στις φλέβες
κι αυτές αλλάζουν χρώμα,
ο ήχος τους παντελονάκι κόκκινο
που κουδουνάνε μες στις τσέπες τους
μικρά τα άγρια άστρα.
Σφυρίζει ο αέρας πυρωμένες μπουκιές
και νεφελώματα διογκώνονται,
λασκάρουν αμφιπέλαγα οι ανάσες,
αντιλάμπουν δέος,
σα λευκό απάτητο χιόνι,
σαν ασημοστόλιστη του φεγγαριού γυαλάδα,
σε τούτα τα φτερά
υποκλίνομαι.

Εκεχειρία

Σ’ ένα δωμάτιο
επικρατεί πανδαιμόνιο.
‘Αξαφνα εμφανίζεσαι
από το πουθενά,
το διασχίζεις χαμογελώντας,
απαγγέλοντας από ένα βιβλίο
σιωπές.
Την ώρα που συναντιούνται
τα βλέμματά μας,
ολόγυρα αραδιάζονται
ερωταπαντήσεις κυριαρχίες,
σαν τραπουλόχαρτα.
Δεήσεις
ανθοκομούν τις υπνοβασίες,
συμπτωματικό χιόνι,
πολλαπλή θάλασσα.
Δαντελένια μαντηλάκια
διαχέουν μέσα απ’ τα σύννεφα
το φως,
ώσπου να μην υπάρχει πια πόλεμος.


Προσευχή

Του ροδιού η σάρκα
πορφυρή και γω μαζί της μέσα,
ολόγλυκη, ατόφια, δροσερή,
γδύνοντάς την
βρέχει αστραπές,
τους κόσμους φτερουγάει,
δρόμους, οχήματα, σηματοδότες
κι ατσαλάκωτο λιώνει
σε ρουφηχτό υγρό ξερίζωμα,
ό,τι τα μάτια έβλεπαν
κινούν αλλιώς τα ερείπια,
κωπηλατούμε πάνω από φεγγίτη,
γελαστοί κερνάμε μέλι
και του φεγγαριού τ’ ασπράδια,
από την πόλη απέμειναν
των άστρων λογοπαίγνια,
κατάκοποι απ’ τους τοίχους
γητεύουμε την πλάση,
πυγμαχίες και παγόβουνα.
Σε κάθε μας νησί
λιώσαμε τα πανιά μας,
υφαίνω κάθε μέρα αλαργινό,
ξεσκεπάζω αέρα στο χαμό,
άγιο πρόσωπο,
η φωνή σου χειρόγραφο
και προσευχή μου.

Σήκωμα

Σα ζώο
που οσμίζεται ενέδρα,
κόβεται μαχαίρι
η αναπνοή, στην αρχή
αθόρυβα,
μετά ροκανιστά,
τρωκτικών δόντια
κατακρεουργούν τις φλέβες,
για λίγο δεν μπορείς να κινηθείς,
ανταμώνει η σκέψη με τσεκούρια.
Κι εκεί που ανατριχιάζεις
χωρίς ισορροπία,
ανεβοκατεβαίνει μέσα σου
γρανιτένιος στίχος,
στα τυφλά θυμάσαι
τους υπέροχους ήχους
που κάνει το τρίξιμο της ζάχαρης
και τ’ αλατιού στη λυσσώδη ανάσα, δεν παραδίδεις τη γη και το νερό σου,
η μνήμη λυρικά μυρίζει μανταρίνι
και γέλια παιδικά γεύονται
πατατοσαλάτα και τσιχλόφουσκες,
καρφώνεις αντρικά στιλέτα
και γλυκοφιλάς το χώμα
του σκοταδιού,
νανουρίζοντάς το τρυφερά.
Το φως ανακατεύει
τα γλυκάδια της θάλασσας,
στο επόμενο κύμα
ξανακαβαλάς δαγκώνοντας
το αδιάλειπτο.
Μανιτάρια γελούν τρελά
στον ήλιο.