
Αλύγιστη δεν είμαι,
σε διπλοπήγαδα
μιλώ τις γλώσσες των λιοκαμένων.
Στ’ αυτιά μου μέταλλα και πεύκα.
Στο στήθος σμιλεμένη μούσα
κι αετός,
μυρίζει πέλαγος.
Αδιάλειπτα μάτια
ξετυλίγουν το φως,
λουλούδια μου κάρφωσαν
στο στόμα.

Αλύγιστη δεν είμαι,
σε διπλοπήγαδα
μιλώ τις γλώσσες των λιοκαμένων.
Στ’ αυτιά μου μέταλλα και πεύκα.
Στο στήθος σμιλεμένη μούσα
κι αετός,
μυρίζει πέλαγος.
Αδιάλειπτα μάτια
ξετυλίγουν το φως,
λουλούδια μου κάρφωσαν
στο στόμα.

Στις τραχιές
καταιγίδες
φαίνονται
πόσο ψηλές
οι ανάσες μας.
Πάρε ανθηρό άνοιγμα.
Όταν βυθίζει το σκοτάδι,
το γέλιο να κάνεις
φύλακα του ανέμου.

Στριφογυρνώ
σα λιτανεία,
κάθε φορά η νόηση
ανακατεύεται με μαυρόχιονο
και χαλαρώνω
χωρίς παρονομαστή.
Όλα τα παλαβά
μουσκεύουν
βότανα στις πληγές
και το νερό
αγκαλιάζει
τον ίσκιο του.

Είναι κάτι νυχτιές πλίθινες
που σκέφτεσαι
την απόσβεση,
μα υπερισχύει
η απλότητα.
Τραγουδάς τους κοπετούς,
χαλαρώνεις,
μυρίζεις
χαμογελαστά το γιασεμί.

Ευαίσθητο σημείο
πραγματώνει
αντοχές,
χωμάτινη ηχώ η σκέψη,
εναποθέτει
αδέξια ανηφοριές
αυτό το σπαθί
μεσούρανα.
Μελωδία
κινεί χρώματα
αυτοσχεδιάζοντας.