Ανεμίζουν νιφάδες, τι προφύλαξη να πάρει κανείς όταν ξεφορτώνει ο ουρανός ένα φορτίο με άγριες φαντασιώσεις, φέγγει η σιλουέτα τους τη νύχτα κι είναι παράξενη η μνήμη, συγκεντρώνεται σε κάτι εκλεπτύνσεις που ψιθυρίζουν την αχανή έκταση μιας ενέργειας, ολόλευκη δύναμη που με τη γλώσσα της δονεί το φεγγάρι. Θάμπωση γυμνώνεται προσευχόμενη. Τρυφερή σιγαλιά ξαναπλάθει τους ήχους. Απέναντι πάντα η θάλασσα.
Σήμερα πήγα και ψώνισα ένα κομμάτι πάγο. Ολόκληρο, ατόφιο, καθαρό. Το έβαλα στον πάγκο και το κοιτούσα από όλες τις μεριές, όπως ένας γλύπτης κοιτά την άμορφη μάζα λίγο πριν την αγγίξει, λίγο πριν πνοή με την τρέλα του της δώσει. Αρχίνησε μια ατέλειωτη στιχομυθία με το υποψήφιο ανάγλυφο, σαν να ήθελα να καταπιώ τις σταγόνες που θα ξέρναγε απεγνωσμένα στην προσπάθειά του να μετατραπεί σε κάτι ανάλγητο, μέσα στα χέρια μου. Το πήρα, το ξέντυσα μ’ ευλάβεια, μισό θάλασσα μισό άνεμος άρχισε να γεμίζει τα χέρια μου, σε λίγο κοιτούσα έντρομη τους λυγμούς, τις εκτάσεις και το κρύο του, αιμόφερτο άρχισα να το παραμορφώνω με μια λαχτάρα να προλάβω τη δύση, όσο περνούσε η ώρα άρχισαν να ξεπηδούν από μέσα μικροσκοπικά λουλούδια, τόσο καλά διατηρημένα, σκόρπιζαν τριγύρω και καθώς τίναζαν τα πέταλά τους ρουφούσε η γη αχόρταγα τη γεύση τους. Άφθονο νερό χύθηκε γύρω μου, τα πόδια μου, δε νιώθω τα πόδια μου, μουρμούρισα σε κάποια φάση και αφέθηκα να πλατσουρίζω με τα φτερά μου στο λιωμένο χιόνι κι όσο έπαιζα τόσο αυτό ανέβαινε, προς στις γάμπες, στους μηρούς, στους γοφούς και στη μέση, μέχρι να το καταλάβω τυλίχτηκα ολόκληρη την ύλη την διάφανη, την καθάρια. Ποιός μπορεί ν’ αντισταθεί στου νερού τη λευκή μορφή, σκέφτηκα και αψηφώντας τις ασάφιες των συναισθημάτων κυλίστηκα, ενώθηκα στις λεπτομέρειες μιας εντυπωσιακής κίνησης, εγώ, τα άνθη, το νερό, ένα υφάδι με εσωτερική ενότητα και γαλήνη. Δεν κρύωνα. Ο πάγκος πήρε νυχτερινό χρώμα κι η γλώσσα μου άγγιζε τον ασημένιο βυθό. Αυτή η καταγωγή. Αυτή ήταν που άνοιξε την κοιλιά του χιονιού. Και ξεπήδησε από μέσα η σελήνη και τα λευκόσαρκά μου ανθισμένα. Τα έχω όμορφα εφήμερα αποθέσει. Αν φτάσεις πριν από μένα, έχε το νου σου. Έχασα ανάμεσα και κάτι θερμές πηγές. Τρελαίνονται να τις στολίζεις μεταξωτές ανάσες και να τις χαιδεύεις στο λαιμό. Μην κολλήσεις στην παγωμένη ενέδρα. Έχω τόσα να σου πω.
Ανοίγει τα μάτια της διάπλατα, αστραφτοβολά το βλέμμα ανάμεσα απ’ τα μαύρα κεράσια, αποκαλύπτεται εμπρός της εκείνος ο συνδυασμός που ξεπερνά τις ξύλινες γλώσσες, το πουπουλένιο της πρόσωπο κελαηδά με τα πουλιά, ξαναμαζεύει τις δυνάμεις της ανθρωπότητας πίσω από το αυτί της, ρόδινη θάλασσα βαλσαμώνει τον ήλιο, αράγιστη ελλοχεύει η σιωπή να επιστρέψει στο ασήμι, στου φεγγαριού το δυνάμωμα, στου δάσους την άπληστη γνώση.
Και προχωρά στα χείλη της φωτιάς, ωριμάζοντας τους προγόνους.
Τις ώρες που το φως δεν πέφτει σχήμα πάνω μου και το μαύρο μου μετάξι παίζει με της σελήνης τις αυλακιές, πλαγιάζω σ’ επιστολόχαρτα με μυρωδιά αιώνιου δρόμου και διαβάζω δυνατά το απλωμένο μαγνήτισμα, μαργαριτάρια κυλούν στις υποδοχές μου και περιηγητής του σύμπαντός μου αγγίζεις το πείσμα της ανάσας μου, στάζοντας βερύκοκο στον κυανό μου σβέρκο.
Φρεσκοπλένει η βροχή τις προθέσεις των άστρων, μα γω εξωφρενικές θαρρώ τις αναγνώσεις απ’ τα πατήματά μου, όταν, κατάψυχρα, σηκώνουν τα μάτια σε τοπίο άγριο, χωρίς να μπαίνουν με μεγάλες δρασκελιές στα λέπια της σάρκας κάθε ξημέρωμα. Στ’ ακροθαλάσσι, μου λες γελώντας, στις κρύπτες μου σε υμνώ, απρόσεκτη, αθώα, νιώθω με το βλέμμα την εξουσία της άρπας κι η καρδιά του δάσους μαδώντας πούπουλα μενεξεδένια αποσαφηνίζει το λίκνισμά μου, μισοκοιμισμένη βυθίζω το χέρι σ’ εναρμονισμένη παρείσδυση και τρέχει απ’ τα δάχτυλά μου ο πίδακας που ξεβιδώνει τη θέση της ύλης, η θάλασσα κυκλώνει κι αξιαγάπητος κουβαλάς σα γλάρος στο στόμα τα πανιά απ΄τα παραθύρια, γκριζοπράσινος άνεμος ξεφυσά στα μαλλιά μου κι εκείνο το κίτρινο ακόμα σφύζει. Μια ελεγεία ανακινεί την πληρότητα.