Αχτιδωτά

Έχω ανάγκη από τις μακρινές μου βόλτες.
Ν’ αφρίζουν κύματα στα πόδια μου,
να βρίσκω κόκκινες παπαρούνες
και να χαζεύω τα πουλιά.
Μόλις βρέχομαι από δειλινό
βάφω μενεξεδί τους λόφους
και το φόρεμά μου σέρνει ψιθύρους
από κρυσταλλοπηγές.
Σαν φυσήξει ακροπατώ
κι η γεύση μου παίρνει λίγο
απ’ την ανάσα της νυχτιάς.
Προφέρω τους αστερισμούς
και κείνοι αστράφτουν.
Τρυπώνω με την τσέπη γιομάτη καραμέλες
στα φυλλώματα των δασών.
Στις σταγόνες τους μυρίζω άβυσσο.
Ακόμα και στα πιο σκοτεινά,
βρίσκω λευκολούλουδα μικρά
και γαλακτερές πυγολαμπίδες.
Ανοίγω και χύνω δω και κει
πορτοκαλένια και ανθηρά μου
και φυτεύονται στο στερέωμα
μικρά χιονάκια άσπρα, που με τον ήλιο
πίνουν οι κήποι απ’ την καρδιά τους
και καθρεφτίζεται στο λιώσιμο
η γύμνια των αιώνων.
Κι εγώ σκάβω στα χώματα
και στα απόκρημνα των ονείρων,
με ιριδισμούς και ρουμπινένια δάχτυλα,
με ρινίσματα φωτός κι άγραφο φεγγαρίσιο,
εκείνο το πέλαγος φωτιάς
να αχτιδίζω σε άστρα.

Πρωτοχρονιά

Αντάρτικο.
Όλοι μαζί με χέρια χρυσά.
Να περπατάμε
με του σύμπαντος
τα φαναράκια αναμμένα
κι από κρυστάλλινες οξιές
η καταχνιά να πλέκεται
και να υφαίνει ομορφάδα.
Λογόγλυκος ήλιος
να ντροπαλεύει τ’ άστρα
κι όταν καρφώνονται
στο μαυρόδασος τ’ ουρανού
να γιομίζουν τα σπλάχνα του
με μυρωδικά κι αγέρια
και χρυσαφένια βυσσινάδα.
Και η τροφή μας
να ‘ναι απ’ τη φέξη τους.
Και ‘μεις φεγγαροπρόσωποι
σφιχτάγκαλα να γελάμε
και να ραντίζουμε τρυφερά
χαρές και χρώματα.
Με τέτοια όπλα
ν’ αγγίζουμε την κάθε αυγή
κι οι σχιστές ξάστερες πλαγιές
να ξεπεζεύουν στη ματιά μας.

Ακροβασία

Λεπτή απόχρωση,
επουλώνει τις γραμμές
που βαθαίνουν πάνω στο χιόνι.
Πορσελάνινα καμπανάκια
πάνω στα δέντρα
αντανακλούν ήχους
που κανένας δεν ανασηκώνει
και πάλι, εκμυστηρεύομαι
στ’ αποσβολωμένα μουτσουνιάσματα
λιόπυρα αναρχικά,
ζαχαρωτά τρελών
και τριαντάφυλλα.
Ακροβασία
σε λέξεις ολόσωμες.

Μετέωρη

Κατέχω λόγια
στο λαιμό,
όλα περιστρέφονται
χωρίς να λαθεύουν.
Με το νερό
βηματίζω αλλιώς.
Δύστροπα άστρα
με βουτούν ασύμμετρα
και στον κάθε χώρο
στάζω απ’ τα βάθη
των ονείρων.
Μυρωδιά άσπρου αφρού
τυλίγεται
στο μετέωρο πόδι μου.
Γελώ. Στραφταλάκια
μαγεύουν ακόμα.

Η μεγαλύτερη νύχτα

Η πολιτεία που νυχτώνει
πήρε να χιονίζει τα όνειρα.
Απαλό σκέπασμα
γυρεύουν απόψε οι ανέμοι.
Για να ‘χουν ν΄ ακουμπούν
οι ώμοι μια τρυφεράδα
και τα μάτια να ενώνουν
τις γραμμές ανάμεσα
στα φεγγάρια
και τις πέτρινες σιωπές.
Στο χρώμα του νερού
περπατά η μεγαλύτερη νύχτα.
Η αυγή φυλά για να κυκλώσει
τα πέλματα με κόκκινες γραμμές,
μην τύχει και σκορπίσουνε μακριά
οι κόψεις οι ανεπαίσθητες.
Φύσα, τρεμάμενη μεστή ανάσα,
σε κείνους τους ουρανούς
που αλλάζαμε παιδιά,
θα τρέχει πάντα μνήμη.