Απόχρωση φεγγαριού

Κάθομαι χάμω
στα σκαμμένα κύματα,
δεν λυγίζει, είναι στέρεο αυτό το γκρι,
το μαζεύω στις κρύες φούχτες μου
και η ασυμμετρία του μυρίζει
θαλασσινό αλάτι,
κάπου αλλού εκπολιτίζονται οι μαργαρίτες.
Αν έχω θέση, ακίνητη δεν είμαι.
Όλα τα στοιχειά της νύχτας μουρμουράνε
και το σώμα μου βγάζει σιγανές μελωδίες.
Δεν σπάζω τίποτα από τ’ άστρα,
ίσως απλώνονται στην κατάμαυρη πεδιάδα
μα είναι ήσυχα για να τα δω.
Χορεύω τυφλή, σέρνω στην άμμο μια απόχρωση ρόδινη
από της άνοιξης το σώμα,
ποθεί η ανάσα μου να νοθεύσει το σκούρο,
στόμα βυθού με στόμα δειλινού,
χωρίς έπαρση,
να χύνεται το γινωμένο ροζ στο βαθύχρωμο άπλωμα,
μια ντελικάτη απαλοσύνη να γλείφει το άγριο
και το φεγγάρι περίεργο να βουτάει τα δάχτυλά του.

Δρόμοι άχραντοι

Αυτή η ατμόσφαιρα,
που σιτίζεται ο ουρανός
απ’ το φεγγάρι
και τα ήρεμα πατήματα
των ζώων
κάνουν στη γη λευκές ρωγμές,
γεμίζει τις σκιές
με δρόμους άχραντους.
Με κρατάνε στον αέρα
τα ρωτήματα,
μα τη νύχτα πάντα
γίνομαι ορθάνοιχτη.
Όλος ο κόσμος ανάμεσα
στη γη και στα πουλιά.
Σκόνη ζάχαρης πατώ
για να ψηλώνω.

Απόψε λύνω τα όνειρα

Σε μιαν άρση ακροβατώ.
Αποτραβιούνται ξέπλεκα τα σύννεφα
κι ο άνεμος ταρακουνάει
τα κουδουνάκια.
Έχει αδράνεια η σκέψη
όταν οσμίζεται άστρα;
Απ’ τα πλευρά μας
πέφτει μια λάμψη βελουδένια.
Ανοίγουν οι κόσμοι που ζωγραφίζονται
στο πέταγμα μικρών πυγολαμπίδων
κι η ανάσα μου διδάσκεται σιωπή.
Φωταγωγείται η νύχτα
μόνο με κερί.

[Ελαφραίνω σ’ έναν ήλιο κρυφό…]

Ελαφραίνω σ’ έναν ήλιο κρυφό,
πού να πιάσει πόστο ο νους
σε μέρες πολύφωνες, Βαβέλ,
μικρά τάματα τ’ ουρανού
αφήνουν ήχους στοργής,
να βγει έξω, να σκίσει τις πέτρες
και να βγει, αυτή η θειαφισμένη ομίχλη
δεν ταιριάζει στην άνοιξη,
πλουμιστή, γεμάτη ψιθύρους
να τρίβει ένα ροζ προαιώνιο
σε πλημμυρισμένους κορμούς
κι ο κόσμος να γίνεται
σιωπή με λόγο,
λοξοδρομώ, όποτε προστάζω το ασύλληπτο
να στολίζει τ’ αχτένιστα μαλλιά μου
με κοχύλια κίτρινα κομμένα με σουγιά,
κάτω από μεταξωτό κενό
πίνω μια στάλα λιωμένη Ανατολή,
σαστίζω, απ’ άκρη σ΄άκρη
γεμίζω ρόδα στα πλευρά
και στα μαλλιά φούχτες αστέρια
σταλάζουν ένα φως που δεν λέει να χαθεί,
σιγοτρέμει στο νερό
και στ’ αυτιά σπαρταράει ιστορίες,
ξεθυμαίνει το άγριο
κι εσύ χρώμα γαλάζιο
χορεύεις μεσ’ στα κύματα.

Ό,τι μένει

Βαθύς μπλε ουρανός,
με ρουφάει ολόκληρη,
σαγήνη που ανακατεύει
τα μάτια με τ’ αστέρια.
Παιχνίδια με τα σύννεφα
εστιάζουν στα τμήματα των σκιών,
η μέρα βράχηκε,
υποκύπτω στο στόμα
του σκούρου φορτίου
κι ελευθερώνομαι,
τυφλή σε μια θάλασσα
που το χνώτο της μαλακώνει
τα βλέφαρα.
Ανάμεσα στη νύχτα,
φιλοστοργώ τα τριαντάφυλλα.