Απόψε νανουρίζω

Απόψε νανουρίzω τρυφερά
τις σιωπές των φεγγαριών.
Ακούγονται σα να έχουν ζήσει χίλιες ζωές.
Οι αστράγαλοί μου στριφογυρίζονται σε σκάλες.
Πλάθω με τα χέρια κίτρινα ρόδα
και τα κάνω πυρσούς σε παγερές σπηλιές.
Κατακλύζει το γέλιο ενός άστρου
τον κήπο μου όλο.
Ίντιγκο πέταγμα κυλιέται απαλά
με τους ήχους των σκιών,
χωμάτινα χέρια και θάλασσα ανέγγιχτη.
Συσπασμένη η νύχτα. Ό,τι ρίγησε γλιστρά
και δαντελώνει τους όγκους.
Ένα άρωμα χύνει λουλούδια φυσώντας την άβυσσο.
Τα πλάσματα γύρω ψιχαλίζουν κωφάλαλες ανάσες.
Απόψε νανουρίζω αχαρτογράφητα όνειρα.

Οδοιπορικό

Ξεφλουδίζεται αργά
αυτή η όραση που συχνά
παίρνει το χρώμα απ’ τα δαμάσκηνα.
Ανάμεσα στα λιόφυλλα
έρχεται ζωηρή η μεσημβρία.
Διορθώνονται σε σκοτεινό θάλαμο
οι ατέλειες του φωτός.
Απόκρημνα βράχια και θολά νερά
γυρνούν τις ρίζες ανάποδα στην αλμύρα.
Κι όλα τα χρόνια, πρησμένα,
ζώνονται την ευθύνη.
Στις παλάμες άρρητη μύηση,
φεγγαρόλιθοι και σκοτάδια.
Μια φωνή άνεμος
ασκητεύει και φεγγοβολά.
Σημάδια πάνω στην εύθραυστη ύλη,
δείχνουν αστρονόμηση και φως
κι οι ασημοτυπίες της βροχής
καθορίζουν τους χάρτες μας.

Μετατροπή

Θρέφω μέσα μου μια μπάλα
φωτεινής τρυφεράδας,
κρύβει το πρόσωπό της στα ραμφίσματα
και ντυμένη γιορτινά σου γράφει στίχους
να γίνουν γέφυρες
στα κοκκινόφαγα αλατισμένα κάστρα.
Μίλησε μου για τα τραγούδια του ανέμου,
τις νύχτες που φεγγάρι δεν βαστά
κι η ασταμάτητη ροή του μαύρου ουρανού
γυρεύει να με πνίξει.
Τραγούδησέ μου μια πίστη στην επικράτεια
του χρόνου,
να χωθώ ολόκληρη στη ζουμερή μυρωδιά
του ανοιχτού πορτοκαλιού,
να γίνει ο κύκλος της το σώμα
που με τις σταγόνες του
αλλιώτικο θα σπείρει γλάσο
και λουλουδάτες ανταύγειες
θα κάνουν το χαμό χρωματιστό.
Άφηνέ με να ψαλιδίζω τη συμμετρία
και γω θα στρογγυλεύω τις ανελέητες στιβάδες
του μελαγχολικού πυθμένα,
μέχρι ν’ ακούς τους λοφίσκους απ’ το γέλιο μου
στα ταπεινότερα άνθη.

Αξιοθύμητα

Αδιάκοπη βροχή,
σκύβω μια στιγμή να την πιάσω
και δαντελένιες αναλαμπές
χωρίζουν τα υδάτινα περιθώρια
απ’ την κρυστάλλινη πάλη.
Αντίστροφα ζεσταίνονται οι αισθήσεις,
ακίνητες είναι μόνο οι εκπνοές.
Σε κάθε μικρό σημείο μου
φυτρώνει ένας κέδρος
και μυρίζει αλμύρα
από τις αφηγήσεις των παραμυθιών.
Μια βάρκα υφαίνεται
με σαϊτιές των κεραυνών,
φλυαρούν οι σταγόνες
κι όλο το νερό αλλάζει εποχές.
Η ατμόσφαιρα δεν θυμάται τ’ όνομά μου.
Αξιοθύμητα είναι πάντα
τα γελαστά πλατσουρίσματα.