Νερό με Χρόνο

Απλώνει, φωτίζεται, ξαναγεννιέται,
το δαμάζει η λιτότητα
σαν τις φωτιές του Προμηθέα.
Πλάθει γαλήνη.
Νερό που καθρεφτίζεται μέσα του
ο Χρόνος.
Δύο ερωδιοί χαράζουν το φεγγαρόφωτο
με τα φτερά τους.
Κίτρινα και λευκά λουλούδια
στολίζουν της λίμνης το λαιμό
και η σιγαλιά που καταθέτει τα όπλα της
υποκλίνεται στα σημάδια.
Οι επιφάνειες ζωγραφίζουν τις λεπτομέρειες
με τα όνειρα.

Μνήμη αγίνωτη

Απόψε δεν είμαι καλή.
Σηκώνω τα παραπετάσματα
και τους βάζω φωτιά.
Το δάσος, η ησυχία,
το φεγγάρι, ο χώρος.
Τίποτα δεν εκτελείται.
Μια λεπτομέρεια
αγίνωτη ακόμη.
Αγαπώ τη μνήμη της.
Θα φέρει στο στόμα μου
δέος.

Κρατάει το φεγγάρι

– Έχει χαθεί, υπάρχει μόνο η σκιά του!

– Νύχτα γλυκόηχη, ας είναι απεριόριστο
εκείνο το κενό
που ονειρεμένα γεμίζει
απ’ τους δαντελωτούς ονειροπόλους.

Έφευγε, γυρνούσε,
σα θάλασσα και τριμμένη μαστίχα
στίλβωνε μια τον ουρανό
και μια την άβυσσο.
Τα μάτια που τρέχαν στον ορίζοντα μόνο,
έβλεπαν χωρίς συστολή
την πνοή που ξεδιπλωνότανε
στη μυστική ομορφιά.
Και τότε, όλες οι μορφές
έφτιαχναν σχήμα φωτεινό
και βελουδένιο.

Σεληνόμορφη

Φυσά ο αγέρας τα σημάδια της
κι η τσαλακωμένη της χλωμάδα
φουντώνει δέντρα και σκιές
που διχαλώνουν τα μετάλλινα κοράλλια της.
Μαλακωμένη σε κάθε της γένεση,
δρασκελίζει φοβερούς ωκεανούς
μ’ ένα της άγγιγμα.
Κάποτε θα την πλάθουν με νερό.
Η νύχτα μαντεμένια,
λογχίζει τα ρουμπινένια όνειρα.
Μικρά κοσμήματα, σαν ξαγκαθιά
θα ζωγραφίζονται απ’ τα μέσα της
σε κάθε άοπλη ανάσα.