Βιολέτες δίχως ελεημοσύνη

Ακουμπώ το μέτωπό μου,
σε πλαίσιο μαλακό,
οι λιτανείες χορταριάζουν
τριγύρω των αγγέλων τα στόματα,
ένα σφίξιμο κάνει η νύχτα στο χρυσάφι
και φτωχοπρόσωπη,
χωρίς λάμψη,
εμφανίζεται η σελήνη.
Το αίμα τραβάει
σ’ αυτό το ξυπόλητο μαγνήτισμα,
κάθε φλόγα από γυμνή κερήθρα
που ΄σταξε στο δέρμα
ακονίζει το σαγόνι της
στην κρούστα του μελιού.
Βιολέτες δίχως ελεημοσύνη
ρίχνονται στους ίσκιους,
μυρίζω το σπάθισμα,
μα σιγανό φως
αρθρώνεται στις πληγές.

Προμήνυμα

Άψογα τακτοποιημένες,
οι αντοχές παινεύουν στην κάμαρα
το κούρνιασμα του ανόθευτου.
Γέρνει το λαιμό.
Ταλαντεύεται.
Το έργο αυτό
τρομάζει με τους γδούπους.
Πριονίζει τα παραπετάσματα
και διαβάζει τ’ αόρατο.
Ριγεί στον απαλό ήχο
που αφήνει η γλώσσα
ενός κύματος,
στη μαγική άκρη
της θάλασσας.
Ωραία νύχτα,
αλίμονο αν δεν την πιεί.