Η ειρήνη πολεμίστρια.
Το νερό ακίνητο δεν είναι.
Καταυγασμός
μέσα από τάφους.
Γαλακτερή αυγή
πληθαίνει των λουλουδιών
την αγνότητα.

Η ειρήνη πολεμίστρια.
Το νερό ακίνητο δεν είναι.
Καταυγασμός
μέσα από τάφους.
Γαλακτερή αυγή
πληθαίνει των λουλουδιών
την αγνότητα.


Ξεφεύγω
από τις σταυροβελονιές
των καρφωμένων,
με μια γαλάζια αλμύρα
στα μαλλιά
και λίγα χρώματα
απ’ των κήπων
τα ημερολόγια.

Η πόλη κοιμήθηκε.
Το φεγγάρι απόψε
κατέβηκε χαμηλά,
πήρε τη σάρκα του κεριού
κι έπιασε το πρώτο στασίδι.
Κάνει ηχώ η σιωπή του
και κείνες
οι κοκκαλιάρες γιαγιάδες,
με τη συντριβή τους,
στην άδεια εκκλησιά
του ξεχασμένου χωριού.

Μια μυρωδιά ξύλου, μούχλας,
τριαντάφυλλων και λεβάντας
έρχεται με σαφήνεια
και κάθεται στα γόνατά μου.
Τα παράθυρα στάζουν
ακόμη το γκρίζο απ’ τα σύννεφα.
Ν’ αρχίζαμε να μιλάμε,
όλες οι γλώσσες
ίσως μας έφερναν θλίψη.
Οι δεσμοί στους καιρούς
γίνονται όταν αρχίζουμε
να σπάμε τα πράγματα.
Κουδουνιστά από μακριά
ακούγονται τα πολύχρωμα άνθη.

Νύχτωσε.
Ακουμπώ τη γη δειλά απόψε,
είναι ματωμένη.
Τόσος θάνατος
για ζωή,
μόνο ανθισμένη της πρέπει
να μοσχοβολά η Αγάπη.
Η ευωδιά της αφήνω
να με ξεπλύνει,
τ’ άνυδρα και τα φαρμάκια
λογοδοτούν γονατιστά μπροστά της,
σ’ αυτήν που με ξαναγεννά.
Ό,τι ονοματίζω
στην ψυχή που ξυπνάει
να είναι φως
και τρυφερά ν’ αγγίζει
τα σημάδια σου.