Άνοιγμα

Αρχινάνε ν’ αδειάζουν στα χείλη
μικρές σταγόνες ρολογιού,
ανοίγουν κλειδαριές
απ’ ανάστροφες χώρες,
φυτρώνουν πλαγιασμένα ρόδα
στην αλλαγή θέσης μιας διαχυτικότητας
που, άλλοτε κινδυνεύει
άσεμνη στα βράχια
κι άλλοτε με αμηχανία
πασπαλίζει το περίβλημα,
λίγο να κάνει πως σπάζει
βγαίνουν απ’ τ’ άντερά της
γέλια και κεραυνοί.
Ανηφορίζουν ασυναρτησίες στο στερέωμα,
κάθε ήχος κλεισμένου στόματος
ισοδυναμεί με ανέμελο κάψιμο.
Ηθικός αυτουργός
το μέτωπο των αγγέλων,
εκεί που μούγκριζαν οι διάττοντες
όταν μουσκεύαν
με το στήθος στα νερά.

Ηθική

Η έλξη των γραμμάτων,
στριφογυρνούν οι μάζες τους
και φωτίζουν χίλια καμπανάκια,
οι μύθοι τους
σχηματίζουν παράξενες μορφές.
Υψώνονται τα βάθη
με μια διακοσμητική λεπτότητα
και η φωνή μιας αποκρυπτογραφημένης
αντανάκλασης
ισοπεδώνει το εσωτερικό
από τα υγρά τοιχώματα του στόματος,
σκορπίζοντας την ενέργεια
σε εκτεταμένες διαστάσεις.
Τελετουργία και μέθη,
ντύσιμο της κόλασης και τ’ ουρανού
με τα ίδια λουλουδένια υφάσματα.
Ποιός να μας απαλλάξει
από την ηθική τους;

Άνοιξη

Μα κοίταξέ την μια στιγμή,
έξω απ’ το παράθυρό σου διαδραματίζεται,
κιτρινολούλουδη,
τρυφερή, άγουρη ακόμη,
με ντελικάτα κρινοδάχτυλα,
τεντώνει τους βλαστούς
να βρουν το δρόμο τους,
γυρεύοντας να σιγογελάσει,
αφηρημένη,
πάνω στο μπέρδεμα απ’ τα σύννεφα,
στα μαλλιά της ανακατεύονται
βόμβοι με αρώματα
και τα λούζει ένα φως.
Άνοιξη ελαφριά, γλυκιά στην όψη.
γεμάτη κλωνιά και γάλα στα στήθη.
Απ’ το ίδιο υλικό της
τρέφονται οι δαντέλες μας.
Απ’ των χελιδονιών το λέρωμα
και την πρασινάδα της σελήνης
ανατέλλουν οι άγριες τριανταφυλλιές μας.
Στο στοχασμό σου, όταν περπατάς,
να κοντοστέκεσαι,
κι ας μη κατέχεις τη γλώσσα,
πιπερίζουν παράξενα στα εμπύρετα
τα ορθωμένα άνθη.

Το κορίτσι με τα μεταξένια φεγγάρια

Το κορίτσι με τα μεταξένια, στον κόρφο, φεγγάρια
έβρισκε τόσο συγκινητικά τα υψωμένα δάση,
τα υπόγεια ρεύματα,
τις ασπρόμαυρες κατεβασιές.
Το κορίτσι με τα μεταξένια φεγγάρια
και την ευωδιαστή λύπη
εκδήλωνε την αγάπη της
άλλοτε ηλιόλουστα κι άλλοτε αδέξια,
με σκιερές γωνιές.
Κι ο κόσμος τραγουδούσε χίλιους ψιθύρους.
Κι οι βράχοι μες στο νερό γίνονταν πόδια.
Και τότε γελούσε μ’ έναν ρυθμό αρχαίο.
Και το φως αναδυόταν σα δελφίνι
μέσα από τις βυθισμένες της πτυχές.
Και με μια γεύση αλλιώτικη
που θύμιζε αβοκάντο ή ζουμερή φράουλα
φιλούσε τον πόνο
και τον έπαιρνε βόλτα μαζί της στο σκοτάδι.
Και στου προσώπου της τη φαντασία
οδηγούσε το σύμπλεγμα της Άρκτου.
Γεμισμένα ρόδα τα μάτια της αυγή
φτέρωναν το πληκτικό.
Ανάπλαση μες στη νυχτιά
έβρισκε ερεθισμένες όλες τις εποχές.
Κι ανέβλυζε το μενεξεδένιο απ’ το δείλι
όταν χόρευε με τους θαλασσένιους ήχους.
Κι αφιέρωνε τα κοχύλια
στου νησιού τα χίλια πνεύματα.
Το κορίτσι με τα μεταξένια φεγγάρια.