Έγερση

Σήμερα μύρισα
πορτοκαλόφυλλα στους δρόμους.
Με διάβαζαν μικρή σε σκόρπιες λέξεις
και γω βλάσταινα,
αν ταξιδέψεις ευθεία στον καιρό
προφταίνεις το φεγγάρι,
ό,τι χάνω απ’ το στόμα
είναι στο χείμαρρο, σαν προσευχή
μικρές αποστηθίσεις,
γυμνή σε χίλια χρώματα
γυρεύω καλόφωτες ανάσες,
καλπάζουν τ’ άλογά μου με ασημένια θρύψαλα,
μήτε βγήκα να δω τον ουρανό,
σπαρταράει το μέρος στην αντίπερα όχθη
κι οι ίσκιοι χορεύουνε μ’ απέριττη βραχνάδα,
η μουσική ολοένα εγείρεται,
ξυπνά τα φιλντισένια στρώματα
και τραγουδούνε κάθυγρα
ετούτα δω τα σπλάχνα,
στη θύελλα όχι παυσίπονα,
γελά η έκσταση και πυρακτώνει το σούρουπο,
με τα χέρια χαϊδεύω το χώμα,
με τα μάτια σηκώνω τα τριαντάφυλλα.
Στο κέντρο του ανέμου, το άγρυπνο,
με την ψυχή μου
μπολιάζω ένα άστρο.

Πλάνεψη

Κι είναι σήμερα το γρασίδι μαλακό,
πρόσεχε, μπορεί να μας βουλιάξει,
μέσ’ από φύλλα τρυφερά ταξίδεψα θαρρώ,
σ’ ένα ξεγύμνωμα που θέλει να ουρλιάξει,
αγγίζω, χάνω τον ήλιο απ’ την αρχή,
ανάγλυφα τις νιώθω αργόσυρτες τις ήττες,
όπου κι αν βγω κατηφορίζω στην ακτή,
να βρω τη θάλασσα που τραγουδούν οι μύστες.

[Εκεί κάτω…]

Εκεί κάτω,
δεν καταλαβαίνω ακριβώς
πόσο ατραγούδιστη γίνομαι,
χειρίζομαι καλύτερα τα άστρα,
μα σε κάθε ρήμαγμα, μένω μια στάλα ακίνητη.
Χλωμή και κουρασμένη
χώνω το χέρι μου στο μαύρο
και του δίνω τουλάχιστον ένα σχήμα,
για να μπορεί να βαστά μια καραμέλα,
μετά, με ανθηρή ευλάβεια σταματώ
να γίνομαι ευπρεπής.
Κάνω καλύτερο θόρυβο όταν γελώ.
Ο νούς μου γεμίζει δυόσμο και τριαντάφυλλα
και θέλω να κόβω φύλλα από τα νούφαρα,
να τα φυσώ και να γίνονται φυσαλίδες,
πολύχρωμες φυσαλίδες που σκορπάνε στον ήλιο,
κυλούν ασταμάτητα κι έχουν αυτή την ικανότητα
να χώνονται στο άβολο τ’ ουρανού,
η ανάσα μου ν’ ανακατεύεται με τον άνεμο,
τρομάζουν περισσότερο στις τσέπες μου
οι σπασμένες σκέψεις και πηδώ ψηλά,
να βοηθήσω μ’ ευφροσύνη
τ’ αλήτικα κενά.
Ο ήλιος απ’ τα ύψη βασιλεύει.

[Είμαι σ’ έναν τόπο…]

Είμαι σ’ έναν τόπο
από κείνους που έχω ανθίσει.
Το στόμα μου γεμάτο με τρεμουλιαστή χαρά.
Εξαργύρωνα την τραχύτητα
με μικρά γαλάζια σύννεφα,
τα τύλιγα με λωρίδες
απ’ το λευκό μου νυχτικό.
Τί μου ‘λεγες και γέλαγα
και φλυαρούσα με μάτια γυμνά,
οι χρόνοι μού ζύμωναν τα δάχτυλα,
μελετούσα κομμάτια ξύλου
ξεβγαλμένα από τη θάλασσα
κι ο αφρός της έσβηνε
τον σφυγμό μου στην άμμο,
δραπέτευα πριν τον πνιγμό
κι ακουμπούσα σε λεία βότσαλα
σαν κάτι μικρά αλμυρά ανθάκια
που γεννιούνται για τον ήλιο του μεσημεριού,
άδειαζα τη βάρκα με μικρά κανατάκια
κι έτρεχα να μετρήσω
τα κρινάκια της θάλασσας.
Μισοφέγγγαρο απόψε.
Οι λεμονιές χύνουν κομμάτια τους
και γω βουτάω φυσώντας,
για να φυλάξω την γεύση του κίτρινου
στης νύχτας το ύψωμα.