Σχήματα

Τί γυρεύουν οι ανεμώνες
ανάμεσα απ’ τα κύματα;
Τα μάτια των σκιών
ζητιανεύουν θεοπάλαβα.
Εκείνες, ξεδιπλώνονται απ’ τον άνεμο,
ζυγώνουν με πρόσωπα όνειρα
κι ο ουρανός τους γλείφει το φίλντισι
απ’ τ’ αλμυρά νερά.
Μένουν τα χρώματα, λυτά,
σαν ξέπλεκα μαλλιά
και κάθε αστράκι μπήγει τα νύχια του
στην ιερή τους τόλμη.
Σε κάθε ανάσκελη άχνα,
όσα ανάβονται σιωπηλά,
ρουφούν τη φυρονεριά
και φτιάχνουν ξανά τη θάλασσα.
Τα πιο καθαρά σχήματα
λασκάρουν το προαιώνιο σφίξιμο
και χωρίς αιδώ χαρίζονται.

Εγκώμιο

Χούφτες τσίγκινων αστραπών
μ’ αγγίζουν κατάσαρκα,
το φως κουλουριασμένο
σε στάση εμβρυική.
Σμάρια σταγόνων
μουσκεύουν υπόγειες αλυσίδες,
κινούνται ανάποδα
δαγκώνοντας σιωπές
οι μύθοι των ήχων,
σκαρφαλώνω στα νυχτολούδουδα
και κάθε τους στιβάδα
χαϊδεύει τη γλώσσα μου
με της νύχτας το ξέσπασμα,
βρυχηθμός και σκιρτήματα,
κατατρώγονται τα περιθώρια γενναιόδωρα,
σαν να πνίγει το φως του το φεγγάρι
ανάμεσα απ’ το φύλλωμα των δέντρων
και τρίβεται κάθε λευκή ανταύγεια
στα χείλη μου με δύναμη,
ένα εγκώμιο υπόκωφο,
πριν ξαναφύγει μ’ αμφίρροπο κάρφωμα.

[Γυμνά κοιτάζω απόψε…]

Γυμνά
κοιτάζω απόψε
των ματιών σου τ’ άστρα,
υδάτινες οι ευχές μου
γλύκαναν την ασημένια θλίψη.
Τα φώτα τ’ ουρανού
κορφολογούνται στους πύργους
των παραμυθιών
και γω αρχίζω να γεμίζω το σακκούλι
με δράκους και αλόγατα και σύννεφα ανθισμένα,
για να σου ψιθυρίζω όταν αργείς να κοιμηθείς.

Νανουρητό

Γυμνά
κοιτάζω απόψε
των ματιών σου τ’ άστρα.
Κι όλες οι ευχές μου
γλύκαναν την ασημένια θλίψη.
Τα φώτα τ’ ουρανού
κορφολογούνται στους πύργους
των παραμυθιών
και γω αρχίζω να γεμίζω το σακκούλι
με δράκους και αλόγατα και χίλιες κρήνες,
να σου ψιθυρίζω όταν αργείς να κοιμηθείς.

Εαρινή ηχώ

Τί ήχοι ακούγονται;
Τί φτάνει σε μας
απ’ τους ψαλμούς των κοραλλιών;
Εκατόχρονοι διαβάτες
που σαλεύουν, μουρμουρίζουν κουλουριασμένοι
σε σπλάχνα χρόνου ταξιδιάρικου,
βαθύτερα μένουν οι άνθρωποι,
ξεφυλλίζεται η μνήμη
σε χάρτινες αγρύπνιες,
ιχνογραφώ στον ουρανίσκο μου
τα μπόσικα περάσματα,
ανασύρονται χρώματα πηχτά,
αφήνουν αποτύπωμα
στις ρυτίδες της θλίψης
και μόνο τότε,
καταδέχεται ο άνεμος
να περιβρέξει την γαλήνη
με ανθισμένο ανοιξιάτικο στρωσίδι
από χλωρές αμυγδαλιές
και σταγόνες της σελήνης,
μυημένες στα αντίπερα μονιάσματα.