Τέσσερις γενιές

Χωρίς στίξη τέσσερα δέντρα,
καθάρια κι ολόγυμνα
μου δαγκώνουν τον ύπνο.
Αγγίζω το δέρμα τους σαν το νερό,
αγγίζω το χρόνο.
Μ’ ανατριχιάζει το δέος.
Γυρίζω στη γη μέσα από τις κρυφές μου πληγές,
ανερμήνευτα πέπλα ξετυλίγουν κορφές,
φύλλα χαρακωμένα χρυσού, ιώδιο κι αγίασμα,
ανοίγουν τα σπλάχνα, κύκλοι νερένιοι, ομόκεντροι,
απλώνουν τον χώρο.
Τί μας χωρίζει από τους ήχους της θάλασσας;
Ξεχύνονται χαμόγελα από μάτια λαβωμένα,
όμοιο φουρφούριασμα από μικρές πεταλούδες.
Σ’ έναν καθρέφτη χαμογελώ με λευκόμαλλους αγγέλους,
γαλήνη ερημική, που ανηφορίζει.
Ανοίγω τα χέρια, μοιράζω τον ήλιο,
γυρίζω στη γη μέσα από τις κρυφές μου πηγές.
Το κέντρο τους έχει του μελιού το χρώμα.

Αντίκρισμα

Μια λύκαινα που πατά
σε σπαρμένες ανταύγειες,
σκαρφαλώνει
με μεγάλα τεράστια μάτια
και το φεγγάρι λευκό
την κοιτάζει ατάιστο.
Η δύναμη του ζώου
αποκαλύπτει υφάδια
για τα σύννεφα.
O κόσμος, τεράστιος,
ξετυλίγεται σε βαθιά θάλασσα.

Ευστάθεια

Κάθε φορά που η λύπη της
την έπιανε ζωντανή,
κρατούσε στον κόρφο της
μια μπόρα από ροδακινί αγριολούλουδα,
η μυρωδιά τους πότιζε το σούρουπο
κι ό,τι κοκκίνιζε λοξό,
σάστιζε τα όρια από το άρρητο.
Συλλάβιζε κύματα,
για να ρουθουνίζουν τα χάσματα
κι η ανάσα έγερνε, σαν ανοιξιάτικο άγγιγμα.
Μια ισορροπία με μέλι και χώματα.
.
.
.
Painting: Gaston de Latouche. In the Garden, 1898

Σθένος

Ο δρόμος απόψε
μπερδεύει τα άνθη
που στάζει η άνοιξη
με κάτι φύλλα ονείρων
και φουσκωμένα θυμάρια.
Φεγγίζει στο στήθος μου
ένα σημάδι γλαυκό.
Χωρίς λέξεις τινάζω τα χέρια,
ό,τι μου μένει
είναι το χνώτο κατάματα,
από τις λίγες δυνάμεις
που αντέχουν στο χρόνο.
.
.
.
Paintings Jun Kumaori

Μέθυσμα

Η νύχτα φως μας
ξεφλούδιστο,
λαξεμένος στις άκρες της
ο φόβος κρυσταλλωμένος,
μα στις πράξεις του
είναι πιο βαθύ ετούτο το σεργιάνισμα,
ακουμπά τις φωνές του
πλουσιοπάροχα ο βυσσινί στοχασμός
και κάθε απόγνωση
παίζει κυνηγητό με πεταλούδες,
κολλούν στους ουρανίσκους των σιωπών
μικρά κουλουριασμένα αγκάθια
και μαγκώνει ο άνεμος τα χνώτα των τρελών
για να ‘χει μέθυσμα ο ουρανός
να υψώνει ανάσες.
Ανάβοντας αλήτικα άστρα
χορεύει με παράφορους αγγέλους
κι ένα μπλε, γλυκό και συμπαγές,
ενστερνίζεται ολόφωτους γαλαξίες,
καθώς απλώνεται στη θαλασσογραφία
της ανοιξιάτικης χίμαιρας.