Σαν από όνειρο η φωνή της θάλασσας στραφτάλιζε από τα βάθη. Τριγύρω ανυπόμονα παλαίσματα κοιτούσαν μαγεμένα. Μισή νερό, μισή φως, γέμιζε η ακοή τα σπλάχνα κι ήταν αδύνατο να αγγιχθεί άλλη διαταγή. Αφή ξυπνητή που χαιρόταν με το να δίνει τον εαυτό της.
Να ήμουν από αυτή την ύλη που γύρω της σκορπίζει η γεωμετρία. Ανάμεσα στο χρόνο και σένα θα έπλαθα καλειδοσκοπικά νησιά. Ή ένας ζεστός ήχος των κήπων, μια ροδαλή ακινησία τ’ ουρανού, λίγο πριν βουτήξει ο ήλιος στο σκοτεινό του ρυάκι. Κατηφορίζω παρθένα στην κάθε λύπη. Στους ελαιώνες γυρίζει ο άνεμος ψάχνοντας των άστρων τις άγρυπνες ουρές, λουλούδια εκφράζουν καλοσύνη κι ένα φεγγάρι νιογέννητο, πίσω από μια αχλαδιά, χόρευε ελαφρόγερτο με τους γαλάζιους λύκους. Κοίτα με σα βροχή. Απαλή δροσιά, το κρεσέντο της μουσικής της είναι την ώρα που σκορπίζει. Απ’ τα μαλλιά μου πέφτουν ακόμη φύλλα. Είναι σγουρή η νύχτα, μαζεύω τις ιδιότητες που δονούνται στα μάτια μου. Τα πρόσωπα στο ψηλάφισμα έχουν περίεργη δύναμη. Μικρές σαύρες μου σπάν’ την ησυχία. Πριν ξημερώσει αποστηθίζω τους συντονισμούς των πλανητών. Κοίτα με σαν ανθάκι. Ανοίγω τη μέρα, να βρουν δρόμο να με περπατήσουν όσα φοβήθηκα. Το δέρμα μου μαγνητίζει σαν όνειρο τα μυστικά της απλότητας. Μια κίτρινη πεταλούδα μου μαθαίνει να πετώ. Ο χορός της ασήμαντος στο χρόνο κι όμως, μέσα του μ’ αγκάλιασε ο κόσμος. Στα φτερά της ψαλμοί του έρωτα, διπλή πέταγε σε αυτοσχέδια ελπίδα κι ήταν γλυκιά επανάληψη, ν’ αψηφά το εφήμερο και το αιώνιο. Κοίτα με σαν κίνηση. Τυλίγομαι και συντροφεύω της νύχτας τη μυσταγωγία, στο μαύρο των χελιδονιών αγνό γίνομαι χιόνι. Γεμίζω κενά και ξεδιπλώνομαι, μεταξωτές σταγόνες γύρω απ’ τα χείλη. Μ’ ένα κομμάτι σύννεφου, βαθουλώνω το θάνατο σε κάθε μου γονάτισμα κι ακουμπώ αιθέρια τη μυρωδιά της έλευσής σου, στην τρυφερότητα που καταφεύγει μέσα μου το φως, αυτό το φως που ψιθυρίζω την ώρα των δειλινών. Κοίτα με ατελή, μέσα στα ρόδα, το τσάκισμα το νερό και την άγνοια. Κι εγώ θ’ αγγίζω τ’ άναρχα ύδατα.
Στης νύχτας το σφιχτό πρόσωπο χρωματίζω αντιθέσεις. Θλιμμένος γλυκός θλιμμένος γλυκός ο ήχος των αστεριών. Μια αίσθηση ότι πέρασα τη μισή νύχτα με τις σκληρές τ’ ουρανού ανάσες, γεμίζει τα χείλη μου ψιθύρους πορφυρών αφανισμών. Κάθε προσήλωση βυθίζει όλο και πιο πολύ το υγρό νόημα. Ταξιδεύω σε σπείρες. Μικρά ενορχηστρωμένα θρυψαλιάσματα από την στεριά έρχονται, μα εγώ στις θάλασσες απόψε απλώνω τα μαλλιά μου. Ώσπου να γεμίσουν όστρακα και κοχύλια και να γίνω ένα με την ασημένια αλμύρα.
Ίσως το φως που διακόπτει το άχαρο, να σέρνει μαζί του ύμνους από τη μακρινή κοιλάδα. Και τρυπιούνται οι ίσκιοι και μέσα απ’ την καρδιά των φρούτων περνούν οι φιλντισένιοι φόβοι. Ολόχρυσα κυματιστά πανιά διαβαίνουν ελεύθερα τη διάφανη χώρα.
Όμορφες νύχτες, η φωνή παίρνει το σχήμα αστραπής. Ορθώνονται μικρά κεφάλια από χαλκόχρυσα θεριά, ψυχρή σκιώδη όψη βγάζει μια γλώσσα αγκαθωτή. Ψιθυρίζεται φλόγα μαβιά και γίνεται δρεπάνι. Υψώνεται με ορμή αρμονία που σελαγίζει. Ποιό το αρπακτικό και ποιό το όνειρο;