Σήμερα άφησα τη μυρωδιά μου στη θάλασσα

Σήμερα άφησα τη μυρωδιά μου
στη θάλασσα.
Η φωνή της ήταν γλυκιά
γεμάτη αγιόκλημα κι αλμύρα,
τα χείλη μου σφραγισμένα
μ’ αυτή αγροικούσε.
Έλιωναν μέσα της ευκάλυπτοι
και δέντρα φουντωμένα,
λικνίζονταν σαν αποχρώσεις
υγρού μολύβδου.
Λουλούδια ο λογισμός μου
τραβούσε απ’ το βυθό,
και τ’ άφηνα τα παγερά
να φεύγουνε με ηδονική θολούρα.
Κι ο ήλιος.
Ο ήλιος μου ‘λεγε “ποτέ δεν θα σβηστώ”.
Και μου φίλαγε τα βλέφαρα
με περισσή συμπόνοια.
Πάνω που πάνω του έγειρα
πλανήθηκε αδυσώπητα
σε κρεμαστή μιλιά
και γέμισε τον ουρανό
τα ροδαλά του μύρα.
Δεν ξέρω αν έβλεπε κανείς
τη θέρμη την κρυφή,
μα το στήθος του με κοίταζε
με τις τρελές του σκέψεις.
Έφεγγε ολόθερμα
γεμάτος λεπτή μελαγχολία.
Σήμερα φίλησα τη μυρωδιά του ήλιου
κι όλη η αφή μου
γέμισε θάλασσα.

Ξεπηδούν μεσημεριάτικα

Ξεπηδούν μεσημεριάτικα
στην άκρη των νερών
μικρές ενώσεις της φωτιάς.
Η ψυχή με άστρο.
Η ψυχή με τριγμό.
Καθένας στους τόπους
που σκίζει ο άνεμος
τα μικρά μας πρόσωπα
και ξεπηδούν χιλιάδες σπόρια.
Απλώνονται εκεί που τόλμησαν ν’ αγγίξουν
το στόμα της χαράς,
το αίμα του λύκου,
την έκσταση της παντοδύναμης λαχτάρας.
Απ’ τις δαγκάνες των άνυδρων
περισώζω τη μυρωδιά του ευκαλύπτου,
ικέτης πάνω απ’ το κύμα,
το θρόισμα της γλυκόστακτης σιωπής,
το λουλακί που αγιάζει
των ονείρων τα κακοπέρατα.
Κασσίτερος ανάμεσα στο λιωμένο ουρανό.
Μιλώ για αστερίες,
σφυροκοπώ τ’ αγέννητα.
Μόνο τρελοί παίρνουν
το σχήμα του νερού.
Κι ο ήλιος υπέρμετρος.

[Εδώ επάνω,πλανιέμαι ιδαλγός…]

Εδώ επάνω,
πλανιέμαι ιδαλγός τ’ ουρανού.
Γεννοβολούν συνέχεια στεναγμούς
τα σύννεφα
και ύστερα απ’ τις μάχες
γνωρίζω ελαφρά πώς να ξορκίζω
τις ομίχλες με τα μαύρα πρόσωπα.
Ανασαίνω μικρές διαμαντένιες πυρκαγιές,
τεντώνονται ανάμεσα πολύχρωμα και γκρι πουλιά
και δεν πάω περισσότερο μακριά
από ένα χνώτο,
για να εξερευνήσω
το πιο λεπτό παράξενο μετάξι.
Γεύομαι του ήλιου τις ακτίνες
με την γλυκύτητα που υψώνει η καρδιά
για τα μικρά τρυφερά πλάσματα.
Λούζομαι τρελούς απόκρυφους αφρούς,
μια θάλασσα με φεγγαρένια νυχτικιά
με γδέρνει πάντα.
Σε κάθε ξέφωτο μορφάζω.
Αμέτρητες καταγραφές
της ζωντανής μου αντιστροφής.
Αγγίζω τους τόπους μου.

[Στις αύρες του άχρωμου…]

Στις αύρες του άχρωμου.
Πετρώνουν στον αέρα
τα περιγράμματα
της φωτιάς και του χιονιού.
Διστακτικό το δειλινό
σαρώνει το τέλειο.
Ό,τι μείνει ελάχιστα,
μια επεξήγηση θαλασσινή
θα μας βαστάει στα δόντια.
Για να πίνουμε τον κόσμο
σκισμένο,
με τ’ αλάτι του.

[Θα ‘παιρνα όρκο,πως για λίγο…]

Θα ‘παιρνα όρκο,
πως για λίγο τυλίχτηκε ο ουρανός στη γη
και η σιωπή από τις φυλλωσιές
συλλάβιζε στον αέρα ανατριχίλες.
Απρόβλεπτες ταραχές,
φτιαγμένες με μαύρο και βελούδο
και η Σελήνη φίλαγε
ανάμεσα από τα σύννεφα
όλες τις μπλε μου χώρες.
Το διάδημά της
μου βασάνιζε τους γρίφους.
Τόσο που με δέος κατέθεσα
εναγκάλισμα χρυσό.
Ν’ αντλώ σταλαγμούς
ανθισμένων δροσερών λουλουδιών
γύρω από δάση χωρίς νερά,
εκεί που ό,τι λάμπει έχει μέσα του
απλή ομορφιά, μάτια σπαρμένα μ’ άστρα
και των δαιμόνων την αποδοχή.
Η θάλασσα τρυφερή,
έλιωνε με αλμύρα και ρητίνη
το κάθε καθρέφτισμα.