Το νερό, το ασήμι, το μυστικό της διέγερσης της γης, η νηνεμία κάτω απο βυθισμένα δόντια. Στις παρυφές του ουρανού ο χρόνος τελειοποιεί τα χρώματα κι αμέτρητοι καθαροί ήλιοι γεμίζουνε τη θάλασσα. Η νύχτα ανατέλλει με ανασηκωμένα υφάσματα, τα δάχτυλά μου ψηλαφίζουν την τροχιά του καταπονημένου φεγγαριού, ξεχιονίζουν τις μικρές φεγγαρότρυπες κι αφήνουν να πολλαπλασιαστεί το άρωμα των λουλουδιών που μέσα τους κρύβεται η εξέγερση. Τα μαύρα τρυφερά μάτια πηγαινοέρχονται, σαν τους βόμβους των εντόμων.
Και σ’ όλες τις πλευρές μου ένας ήλιος στο αέτωμα. Γυρνώ και φυτρώνουν λουλούδια από μέλι κι άσπρη ευωδιά. Ο λόγος πλατύς, μια πορτοκαλί θάλασσα. Σε τόση απαρίθμηση να δέσω κι εγώ επάνω κισσόχορτο με γκρίζο ίσκιο, είναι βαρύ. Αφήνω λάσκα τους κόμπους. Οι τόποι ανάμεσα χρυσοί να πετάγονται, ματζούνια δύναμης.
Κι αυτά τ’ αστέρια που μαζεύονταν στις άκρες των δαχτύλων μας και τρέμαμε να τ’ ακουμπήσουμε απαλά ο ένας στον άλλον, σχηματίζανε στο νερό περίεργα σχήματα κι έβρισκε τόπο το φεγγάρι να νανουρίσει τη θλίψη του. Και τα λουλούδια γυρνούσαν τρυφερά, ν’ αγγίξουν λες κι αυτά τον ήχο, τον ήχο της θαλάσσης.
Περίεργη νύχτα. Τρυπώνουν μεσ’ στα κιτάπια μου επτάστερα λουλούδια. Στριφογυρίζουν και σκύβω ως τη λάμψη τους, διαμαντένια, με απλωτές λεπίδες. Αυτό το βαθύ συναίσθημα, με αποτύπωμα ακατέργαστο, ανταμώνει με αγνότητα με το πετάρισμα μιας πεταλούδας, με χειμάρρους, με τα φουσκωμένα κουφάρια των φόβων. Απ’ τις εσχατιές της γης ζαχαρώνονται των κήπων οι δυνάμεις. Ταλαντεύομαι στην απολέμητη σιωπή, η κάθε παραφωνία χρυσοκέφαλη μπαμπούρα που αχόρταγα βουίζει στο γκρίζο μου, πάρτε της το κεφάλι! Τόσοι δρόμοι, να τους σκίζω να πετιέται από μέσα μεταξένιο το κυμάτισμα, θα ταξιδεύουμε, με χαραγμένα τα πλευρά μας για ν’ ακτινοβολεί η σκοτεινιά μας χωρίς στόλισμα. Κι όταν κλωνίζεται ο άδειος χώρος, λιτοί, ανάμεσα σε γαλάζιες θάλασσες θα σταλάζουμε τις δέσμες του φωτός. Νύχτα που κυλάει απτόητη κι ένα φεγγάρι παγιδευμένο στη σκληράδα της γεμίζει τα μάτια του με τη λευκότητα ενός κύκνου. Τα όρια του προσώπου του ξασπρίζουν τον ήλιο, μα σε κάθε μελάνιασμα οι κύκλοι διεγείρονται και τίποτα ορατό δεν καθορίζει τα φρέσκα άστρα, το παντοτινό άγγιγμα. Γεμίζω όλο και περισσότερο θαμμένη κάτω απ’ τα κύματα.
Δεν ξεχωρίζω τα φύλλα των δέντρων. Χορτασμένα απ’ τον ήλιο αφήνουν φαγωμένο το δέρμα τους, να ξαποστάσουνε τα έντομα. Το φως κολυμπώντας έγειρε, το κατάπιε ζωντανό μια απλήρωτη θάλασσα. Φυσάει αγέρας πάνω στους λόφους, τί να καλωσορίσω; Αλλάζει πορεία στο ακόνισμα, δεν προλαβαίνω να συλλαβίσω τις ανάσες που σκορπίζονται. Ανάμεσα σε κόκκινες φωτιές ντύνομαι του φεγγαριού το ξεσκισμένο φύλλωμα. Σκοτεινιάζει ο ουρανός του ματιού μου. Κατέβασέ τον από ψηλά, σκόρπισε τόσο νέφος. Και τ’ άστρα σβήσε τα για απόψε. Τρέχει πάνω στο στήθος μου τυφλή ασπρομάλλα σιωπή.