Αποκαμωμένος ο ουρανός απ’ τη βροχή, άνεμος παγωμένος. Ο ήλιος έχει χώσει τα ροδαλά ποδάρια του πίσω απ’ τους λόφους και μια Σελήνη κρύφτηκε στα σύννεφα των κεραυνών. Ποιός κάνει ήχους περίεργους; Ακατέργαστα ξέφωτα κι οι γρίλιες δεν είναι ουλές. Λάτρεψα τη φωτοχυσία της σιωπής κι ας μην άκουσα αστέρια να μου φωνάζουν πέσε ή ανέβα. Εφαπτόμενη με τη φωνή που λαμπυρίζει τραγουδώ ανάμεσα από έναστρα σκοτάδια. Κινούμαι ακίνητη. Μικρά γαλάζια ηλιοτρόπια στρέφονται προς τη θάλασσα.
Γύρω γύρω η θάλασσα και στη μέση κήπος. Πλατσουρίζω στην κοιλιά της, άνοιξε τα μεγάλα σου μάτια, στο γαλατένιο νησί, το γεμάτο δέντρα, σταφύλια και μήλα σκεπάζω τη νύχτα μ’ αστέρια φυλλώματα, οι γλώσσες που τρώγαν το νερό σέρνονται πάνω σ’ ανθούς και πατρίδες, όλο και λιγότερο κρότο κάνουν τα σημάδια που βαθαίνουν. Βασιλεύει πάνω απ’ τους λόφους σπασμένο φεγγάρι με ευωδιά νυχτολούλουδου, δε βρέχει ακόμη, μα τη νιώθεις, αρχίνησε ζωντανή η βροχή να διαλύει τα ρήματα. Γυροφέρνω αδιάκοπα αναμμένες συλλαβές κι ένας ήλιος ενύπνιος χύνει τα δάχτυλά του στις πηγές μου.
Πάρε να το φυλάξεις ολόκληρο ετούτο το φεγγάρι. Οι πόλεις γεμίζουν πετρωμένα πτώματα από αλλοτινά αγρίμια κι οι λεύκες ασημίζουν ακόμη στον άνεμο. Βουβαίνονται τρυφερά των τρελών τα μάτια και στα μάγουλά τους εφάπτονται νερά, που μέσα τους καθρεφτίζουν τους υψωμένους σπαραγμούς. Φεγγαρίσια νύχτα, μαγνήτης πάνω απ’ το στήθος μας για φιλντισένιο πέλαγο. Μαθητευόμενοι ψιθυρίζουμε γυακίνθινα γαλαζωπά στα πεύκα. Αγκάλιασμα πυκνό που αστράφτει. . . (Picture: from the Field Columbian Museum, ca. 1900)
Μικρό γλυκόλαλο πουλί, κανένα τρόμος δεν μπαίνει στο μάτι του, μόνο ό,τι νιώθει, μόνο ό,τι είναι. Τις νύχτες παραμένει μονάχο, γεννοβολάνε τ’ άστρα θραύσματα στις συλλαβές του. Και γω που τις ακούω, πόσο βαριά η ευθύνη.
Διασχίζει τον ποταμό, θέλει να προλάβει με τόσα κομμάτια, μην της σκορπίζουν στο έδαφος, θέλει να προλάβει, οι ονειροπόλοι πριονίζουν τα ποτάμια και οργώνουν διαρκώς τα νερά από κάτω, είναι βουβή η γραμμή των χεριών, δεν επινοεί το σκαμμένο, μυρίζει χώμα σ’ ένα κελάρι με πατάτες, λάδι και κρασί, της άρεσε να χαζεύει το πέταγμα απ’ τις μύγες και να παίζει με τις ρόδες γύρω από τα κοφίνια, όταν αποκτήσεις κηλίδες και ζάρες μετά κοιμήθηκε λένε και το ουράνιο τόξο κρεμιέται τόσο επιδέξια στο τελείωμα της ξαφνικής βροχής, ανοίγει πάντα το στόμα της να γλείψει, αλλά έχει μαζέψει στα δόντια της αίμα, στεφάνια και πορφύρα και η επίγευση μετεωρίζεται πιστά στα χείλη σαν φλούδα μιας νύχτας που τελειώνει, χιονίζει μέσα στις κάμαρες, όταν το ‘λιωνε γάλα είχε την όψη ελαφίνας με ρώγες τριαντάφυλλο, αυτή η θάλασσα πόσο τη φύσηξε, άθαφτα ακόμα στο δέρμα της τα ξύλα τα φλεγόμενα, ταξίδευε πάνω σε σώμα αφρό, τυφλή συνεχίζει τα βήματα, μην τύχει και ακούσει το γέλιο εκείνο σαν ήχο τελευταίο.