
Είμαι λιγάκι κουρασμένη.
Λογχίζω το μαύρο
για να τρέχει το φως.
Μα διαπιστώνω
πως έχει προηγηθεί δρόμος.
Εσωκλείω
τη βροχή των αστεριών.
Με κάνεις να γελώ
και τρέχει.

Είμαι λιγάκι κουρασμένη.
Λογχίζω το μαύρο
για να τρέχει το φως.
Μα διαπιστώνω
πως έχει προηγηθεί δρόμος.
Εσωκλείω
τη βροχή των αστεριών.
Με κάνεις να γελώ
και τρέχει.

Πόσο σκούρος απόψε
ο ουρανός.
Πόσο άφοβα, σαν επιτύμβια,
τα λιγοστά του άστρα.

Κάτω από των ποταμιών
τη λάσπη και τις πέτρες,
υπάρχουν κίτρινα μικρά σημάδια,
από τους διάττοντες που αρχηγεύαν
στη λάμψη και στην πτώση.
Αγγιγμένα στις σχισμές των βυθών
βλασταίνουνε κρυφά,
αρπάζουν τον κόσμο
απ’ τα μαλλιά όταν γελάει
και γεννιούνται απ’ την αρχή ψηλά,
στο βόρειο παγωμένο φως.
Στο κενό τους πίσω
αφήνουν ζάχαρη τριμμένη
και φύλλα από γυαλί,
για να προβάλλονται ουράνια τόξα.
Μια νύχτα την ανάσα τους κρατήσαν
απ’ το φέγγος, οι άνεμοι που ‘χουν τις παλάμες τους
στη γη και το στήθος στα ουράνια.
Ξεχύθηκαν στις άκριες τους
οι ψίθυροι με την κεχριμπαρένια γλώσσα,
άλλο δεν ήταν πιο βαθύ
για να χαϊδέψει τα μαλλιά τους,
για να τους πλέξει ελευθερία.
Και σαν ανθούς εσπεριδοειδών,
μύρισε η νύχτα η αστερόεσσα.

Σε κάθε αναρρίχηση
η ροή διασύρεται.
Οι κόσμοι μας ονοματίζουν
το λευκό του φεγγαριού
κι ανθίζουν βυθισμένοι
μ’ απόκρυφα άστρα και συμπόνοια.
Ο κόσμος σας από μάχη σε μάχη
με λέπια και δρεπάνια.
Οι κόσμοι μας χτίζονται με των παιδιών
τα γέλια κι ακροπατούν στη θάλασσα
με μάτια χρυσαφένια.
Ο κόσμος σας βαστά άγρια ναυάγια
με παιδικά κορμάκια βυθισμένα.
Οι κόσμοι μας γεμάτοι ζώα και πουλιά,
μας μαθαίνουν σθεναρά την καλοσύνη
κι ανοίγουν διάπλατα τα δέντρα του φωτός.
Ο κόσμος σας κρατήρας σταχτερός,
θανατερά καρφιά και ξεραΐλα.
Οι κόσμοι μας πλημμυρίζουν
τις νύχτες γιασεμιά
και σμίγουν οι ανάσες μας
πάνω σε ηλιαχτίδες.
Ο κόσμος σας ανοίγει πόδια
που αφανίζουν τις καρδιές
και οι βουβώνες του μαζεύουν τη φλεγμονή του σκότους.
Οι κόσμοι μας έχουνε σώμα ζωντανό,
γεμάτο ουλές και τραύματα.
Ο κόσμος σας μια απόλαυση
των πλαστικών των ηδονών.
Οι κόσμοι μας κερνούν στα μάτια λεβεντιά
και φουσκώνουνε τα φορέματα
μπαλόνια στον αιθέρα.
Ο κόσμος σας χειρονομίες
και χλωμή σιωπή και βήματα με φόβο
και φονικά αγιασμένα.
Οι κόσμοι μας χρώμα πορφυρό,
με ανεμώνες, κρίνα της θάλασσας
και κήπους αναρχικούς,
με δειλινά και θάλασσες γεμάτα ροδοσύνη.
Ο κόσμος σας με τρύπες μαύρες,
λασπόσαυροι τα μάτια του
που καταπίνουν τη ζωή.
Στο χρόνο μέσα
η ώρα μας κλεισμένη.
Μέσα στο έρεβος
επικυρώνουμε το πιο μεστό μας φέγγος.

Ψηλός ο ουρανός
και χτίζει άσπρους τοίχους.
Κάπου ηχούσε μια ανθρωπότητα.
Ο κόσμος, χαρά μου,
δεν είναι το είδωλό μου.
Δεν έχω εγκώμια να του ψάλλω.
Μόνο μαζεύω ανάμεσα σ’ ερείπια,
μικρά μυώδη άστρα.
Στη λεηλατημένη ώρα
είναι που θέλω την έναστρη τη ραχοκοκαλιά
γερά ν’ ανθίζει.