Συνεχώς με ροδοκίτρινα χρώματα

Συνεχώς με ροδοκίτρινα χρώματα,
τρομάζω
τρεκλίζω
βλέπω
Κάποιος ψήνει το φεγγάρι
να φουσκώσει,
λαμπυρίζουν γύρω του
άστρα με παγωμένη ανάσα
Αρχίζουν και πέφτουν αμετάκλητα,
μη χαμηλώνεις τα μάτια στην πτώση
Η νύχτα μεσοπέλαγα μονομαχεί,
γεμίζει ευχές και πεφταστέρια.

Αυτή η νύχτα έχει ένα κέλυφος σκληρό

Αυτή η νύχτα έχει ένα κέλυφος σκληρό,
χτυπάει με δύναμη πάνω της
η απογυμνωμένη μου σιωπή,
πεθαίνουν ευλαβικά τα τρομαγμένα τα πουλιά,
τί αντίκρισες, άγγελο ή δαίμονα,
μικρά κομμάτια παπαρούνας
είναι ακόμη τυλιγμένα στο κεφάλι μου,
δεν φαίνονται τα αίματα
στις φλέβες του λαιμού μου, μονολογώ,
μικροί μωβ υάκινθοι
σβήνουν τα μυστικά του προσώπου μου
και ψιθυρίζω παλιές προσευχές
στους σαρκοφάγους εφιάλτες,
αγγίζω το ράμφος τους με δάχτυλα σούρουπο,
μικρή να μαζέψω τους καθρέφτες και τις σάλπιγγες,
νωχελικά πλησιάζουν οι ράχες των κυμάτων,
άγρυπνα τ’ άστρα κόβουνε τα στόματα
και λίγο πριν το ξάνοιγμα της τέλειας μελωδίας
τα χέρια σφίγγονται γροθιά
τον πετρωμένο ουρανό μη σπάσουν.
Αυτή η νύχτα έχει ένα κέλυφος σκληρό,
μα πρέπει να κρατήσω τη σκοτεινιά της
για τ’ αστέρια.

Το χρώμα των βράχων

Το χρώμα των βράχων
καστανό ανοιχτό.
Γυρνούν οι γλώσσες της θάλασσας
ανάμεσα,
βαθιές ασκήσεις ορθοφωνίας
καταλήγουν
σε υπόκωφο πλατάγισμα.
Σαν σε όνειρο μέσα εκεί
ριγούν μ’ ευλύγιστη χαρά
πεταλίδες, αχινοί, μικρά ψαράκια
και διαφανές γαρίδες.
Στις οριζόντιες σχισμές της πέτρας
πονηρά ζευγάρια από ματάκια
παραμονεύουν με δαγκάνες,
μικροί φοβόμασταν το δάγκωμα
των καβουριών, φαντάσου!
Η ακοή έχει το τίμημα
της ασήμαντης ώρας.
Ανήκω στην ξυπνητή σκιώδη αφή
μιας κίνησης,
ανάμεσα από δέντρα, κλαδιά, φυτά
κι ανέπαφη ομορφιά.
Κάπου πολύχρωμα,
σαν έννοια της στιγμής,
αποζητώ αυτό το άνθισμα
του υδάτινου τίποτα.
Και τη μετάφραση
μιας ομιλίας άγνωστης ακόμη.

Όταν οι ήχοι κοπάζουν

Όταν οι ήχοι κοπάζουν,
γυρεύω κάτι που να μην κρύβεται,
κάτι που να’ ναι αληθινό,
για να κρεμάσω το ουράνιο φορτίο.
Όταν οι ήχοι κοπάζουν,
είμαι έτοιμη να φυτευτώ στα σύννεφα,
το νερό μου να γεμίσει ανατολή
και να μη μοιάζω με τίποτα τριγύρω.
Χωρίς όρια να περισσεύω
απ’ όπου ακούμπησα.