Σε μια κρύα ζέστη
λιώσανε σιγά σιγά όλα,
οι τοίχοι, τα έπιπλα,
το κέλυφος, το χιόνι,
με απαλές μαχαιριές,
έκοβε ευλαβικά μέχρι μέσα
ό,τι βαθύχρωμο είχε μείνει.
Γιόμισε το δοχείο με το κερασένιο της μελάνι,
έσταξε ψυχή στο χαρτί
και βούτηξε γιορτινά στο κενό.
Σκοτεινή γυμνή,
έλαμψε
βαριά σα μολύβι στους ήχους των νερών,
με το βλέμμα προς την Ανατολή.


