Χαϊδεύοντας ανεστραμμένους θρήνους,
μαζεύω φως ηλίου σε άπατο βυθό,
μουγκρητά
και μπλαβιασμένα κομμάτια θάλασσας.
Τα πλάθω με ροδοπέταλα
και σπέρνονται κάτω απ’ τη γλώσσα μου
κρουσταλλάκια και αναπνοές.

Χαϊδεύοντας ανεστραμμένους θρήνους,
μαζεύω φως ηλίου σε άπατο βυθό,
μουγκρητά
και μπλαβιασμένα κομμάτια θάλασσας.
Τα πλάθω με ροδοπέταλα
και σπέρνονται κάτω απ’ τη γλώσσα μου
κρουσταλλάκια και αναπνοές.

Αδειασμένο φεγγάρι.
Κατάσαρκα ντυμένη παγωνιά
ξανανθίζω.


Κιτρινόφτερες πεταλούδες
κάθε βράδυ,
στους δρόμους μιας πόλης φάντασμα,
σπρώχνουν σωρούς στις άκρες
αγέννητα χαμόγελα,
μάσκες
και ξηλωμένα θέλω.
Μορφωθήκαμε και σήμερα
σε άσπρες οθόνες,
ξυρίζοντας κωδικούς
αραχνοΰφαντων επιθυμιών,
ανυπόμονα απαθείς
για την αυγή
που θα ‘ρθει.
Με γνέθει η αστροφεγγιά και πάλι,
σκοτάδι που γλυκαίνει με αντανακλάσεις.
Λαγαρίζω τα φεγγάρια του στήθους μου,
σκύβω τραβώ το φως των σωθικών μου
και ξαναπέφτω στο νερό
σαν χειμωνιάτικο βογγητό,
διάπυρη ρευστή
πλασμένη γύρω γύρω με το χιόνι.


Θολά,
πένθιμα φύλλα
ενώνονται στωικά με τη γη,
θα ταξιδέψουν προς τις ρίζες.
Δεν το ξέρουν ακόμα.
Εύθρυπτη
πάνω τους πατώ.