[Μ΄ένα στροβίλισμα…]

Μ΄ένα στροβίλισμα
το σεληνόφωτο κατεβαίνει
στον κήπο,
εμφανίζεται στα καρπερά κλαδιά
και στα κόκκινα ρόδα,
αγγίζει καθάριο τα μικρά μυστικά τους,
ασημίζει το έλατο
με τα κοραλλένια παιχνίδια,
ξυπνούν οι μύθοι των δασών,
ανακατεύονται με την αστρόσκονη
και τους χυμούς των φύλλων.

Μ’ ένα θρόισμα
το σεληνόφωτο κατεβαίνει
σε καστανόηχο χώμα,
ενώνονται οι ίσκιοι των νεκρών
με τους ίσκιους των δέντρων,
ένα κερί εγκυμονεί χρυσά ηλιοτρόπια,
τρεμοπαίζουν στη συσκοτισμένη γαλήνη,
υψωμένος Σταυρός
φρουρεί την παγωμένη γυαλάδα
κι ενώνονται όλα σιωπηλά
πορφυρά και πένθιμα
κάτω από πανάρχαιο κρυστάλλινο φως.

[Φωλιάζει η άνοιξη…]

Φωλιάζει η άνοιξη
σε κάθε χορτάρι,
θα στραφώ σε σένα
που έχεις το όνομα του αηδονιού
και του λιογέρματος
για να πιστέψω στο θάρρος μου.
Όλη μέρα τινάζω την καρδιά μου,
πέφτουν ανθοί, όστρακα και νιφάδες,
αγγίζω το μυαλό της ολοζώντανης φύσης,
ξέρει πώς να κεντάει μετάξινο
το χάδι της στον άνεμο.
Ισορροπία
επάνω σε λουλούδια.

[Τα μικρά ροδόλευκα δέντρα…]

Τα μικρά ροδόλευκα δέντρα,
τα γλυκόηχα νερά,
η κομψότητα από τ’ άνθη
που τρίβονται επάνω στους βράχους,
όλα πατούν στην γη τρυφερά.
Μονάχα αυτό
που με καταπίνει
πριν πέσω στη θάλασσα
αφήνει επάνω μου
βαθιά πεπρωμένα
και τη γητειά του φεγγαριού
να τρυπάει των πόνων το φτέρωμα
και τους λεπτούς μετάλλινους πόθους.

[Σε μια επικράτεια…]

Σε μια επικράτεια
που μπορώ και αφήνομαι
πέρ’ απ’ τις πράξεις,
πέρ’ από τα λόγια και τ’ αμίλητα πράγματα,
ζεσταίνω αιωρούμενα σωματίδια
που ξεπηδούν από ομορφιά και θάνατο,
τα ενώνω με τη σκοτεινή δίψα του ήλιου
και ψηλαφίζω το βαθύ σου αποτύπωμα.
Να με σκορπάς με τις κρυμμένες φτερούγες
τελειωτικά
όπως με κάνεις να γελώ.
Ρίχνω με τα κλειστά μου μάτια
ασύνταχτη βροχή,
την ώρα που αγκαλιάζω
το αίμα σου.

[Κουνιέμαι στην άκρη των πραγμάτων…]

Κουνιέμαι στην άκρη των πραγμάτων
με μια προσμονή
για την καταιγίδα της άνοιξης
με τα κοσμικά μάτια.
Ασημογάλαζες δυνάμεις
ξαπλώνουν τριγύρω,
σπρώχνομαι μέσα τους
με παιδιάστικο τρόπο
για να φωτίσουμε
το πιο ψηλό κάστρο.
Σχηματίζονται
ολοένα και περισσότερα μυστήρια
στις διακλαδώσεις μιας ανεξιχνίαστης λήθης,
μιας αναπότρεπης λύτρωσης.