[Κι αν δεν έρθεις με λαχτάρα…]

Κι αν δεν έρθεις με λαχτάρα
αφήνω στην πόρτα
τα κόκκινα κλειδιά,
να σφαλίσεις το άσπιλο
με την πυράδα της χαράς
και να φεγγίσεις τις παλιές
γέρικες τριανταφυλλιές
με τα γλωσσίδια των άστρων
και τη σταρένια λάμψη του εφήμερου.
Σφυρήλατο το λυκόφως
μέσα απ’ τα χείλη μου
μεταφέρει τους ύμνους στους αγγέλους
κι ένας άνεμος αμφίσημος
αγγίζει τη θάλασσα και το χώμα.

[Αφήνω να τρέξει ο ήλιος…]

Αφήνω να τρέξει ο ήλιος
και μετά τον παίρνω στο στόμα μου,
φωτίζω μ’ αψεγάδιαστη γύμνια
τα ζαχαρωμένα λουλούδια,
ως να ξεδιπλωθούν
στα ερειπωμένα της μέρας
οι ριζωμένες θεότητες
που λαμπυρίζει το κόκκινο μαγνητικά
στα κεφάλια τους,
κι εγώ, υπάκουη στα σημάδια,
να χαιρετήσω με κάθε τυφλότητα
τη φουσκωμένη τους δύναμη
και να πιω λαχταρώντας
ανάκατες διαμαντένιες σταγόνες
που έχυσε πάνω τους ξεδιάντροπα
ο ουρανός απ’ τα χείλη του.
Πετάγεται πορφυρό χρυσάφι
και μου γλυκαίνει τα βλέφαρα.
Ο βόμβος των μελισσών αναδύεται
και μεθά τα ερέβη,
μέχρι εκεί ονοματίζομαι
και σμιλεύω στα χέρια μου
την κάθε σιωπή.

[Μέχρι να ξημερώσει…]

Μέχρι να ξημερώσει
κατεβαίνει το φως απ’ τον ουρανό,
πλησιάζει την αγκαλιά της γης,
τα σκοτεινά μας μάτια.
Σβήνονται τα σημάδια
πάνω στις πέτρες,
ένας ασημένιος άνεμος
μιλά γαλήνια στους αγγέλους,
ψιθυρίζει λόγια αιωνιότητας
όπου κουρνιάζει η καρδιά μας,
άνθη αγνά στολίζουν την παλάμη μου,
τρίβουν με τρόπο θαυμαστό
τα παγωμένα σύμπαντα,
σέρνουν χυμούς, φωτιά και βάθη
σε ρυάκι πλατύ και καθάριο,
κι έτσι μπορώ, δίχως ύλη και χώρο,
να σ’ ακουμπώ άγια στο στήθος,
μονάχα για προστασία.

[Μια μνήμη-τοίχος…]

Μια μνήμη-τοίχος
ορθώνεται πάνω απ’ το χιόνι,
φεγγάρι ολόλευκο
βλασταίνει ανάμεσα,
τί ήταν το πιο αγνό,
να το κόψω με τα δόντια
και να στο μπήξω σα λουλούδι
στο διαυγές του χρόνου
που κατοίκησε μέσα σου,
η ομορφιά από μετάξι
ν’ ανθίσει αληθινή
κι ό,τι μάγευε τα γαλάζια τριαντάφυλλα
να κυλήσει πέρα από τις σκιές και το σκοτάδι,
μέχρι το εφήμερο να πεταχτεί σαν αίμα πορφυρό
απ’ τ’ ακάνθινα χείλη μας,
μέχρι να μην χρειαζόμαστε τίποτα πια,
παρά μόνο το νερό.