Πικρή πλάση

Ταξιδεύει συνεχώς
και στέλνει χαιρετίσματα
σε μια βορινή θάλασσα.
Με όμορφα μαλλιά και μάτια.
Κάθε υγρασία που βάζει το χέρι της
και πιέζει ανάμεσα στα δυο της βλέφαρα
έχει τη μορφή ψοφιμιού.
Σκορπίζουν γύρω της τα πουλιά,
τα κόκαλα κινούνται σα φαντάσματα.
Φοβερή νύχτα, έφραξε το φως
μοιάζει με κόλαση.
Το φεγγάρι μουδιασμένο
εγκαταλείπει το δέρμα του
στο παγωμένο νερό.
Θνητή πλάση, σ’ άλλο βασίλειο
βρίσκονται όλοι στην ακτή,
γελούν και παίζουν
κι απλώνουν τα χέρια τους στον ήλιο
και οι αγέρηδες δεν τσιμπούν σα σκορπιοί
τη ματωμένη Ανατολή.

(Έβρος 15.8.22)

Καλή σελήνη και πλατιά

Τ’ αστέρια φαίνονται σβησμένα
απ’ το φως της.
Καλή σελήνη και πλατιά και αγαθή σελήνη.
Εκεί στις άκρες των χειλιών της
διαγράφονται τα στραβοπατημένα
των ανθρώπων βήματα.
Και το πρόσωπό της αφράτο, στρογγυλό
και πώς γυαλίζει.
Ακούγονται σαν χάντρες
τα μάτια που πάνω της τρίβονται.
Σ’ αυτό τον χώρο με τις καμπύλες
από τη θάλασσα ως το περβάζι
στέκει σα γάλα και σα μάρμαρο
ο λεκές της
και τα λουλούδια ανάμεσα
στα γόνατα της γης
αυτό το άγγιγμα προσμένουν
να στενάξουν.
Να κρεμαστούν από τον ήχο τους
μουγγά τα πεφταστέρια
και να μυρίσουν οι ευχές
νυχτερινή δροσιά και χρυσαφόσκονη.

Φεγγάρια μνημοσύνης

Κουκούλι ξέσφιγγο ο ουρανός,
ξαναγράφουμε τη νύχτα
μακριά από τυφλές καμπάνες,
μακριά απ΄ ό,τι λιγοστεύει
τη γη των ορισμών,
σμιλεύουν τις άκρες
τ’ απλωμένα ανοίγματα,
πατάμε χωρίς να νομίζουμε,
κοιτάμε κατάματα
μόνο ό,τι με ίριδες εξαργυρώνει
ο άνεμος,
μυρίζει αλμύρα στα βήματά μας
κι η θάλασσα μαθητεύει
στις ανταύγειες του απέραντου,
ο θάνατος έχει τη γεύση φαρμακίλας
για κάθε παιδί πολύχρωμο
που με τις σάπιες βύθισε παλάμες του
ετούτος ο καπνισμένος κόσμoς,
κάθε ήττα ανεμοδείκτης, να σαλεύουμε
κατά κει το ορκισμένο μας χρυσάφι,
ροδοπέταλά του να ξεπλένουνε
τις πλάκες απ’ το αίμα
και να φυτρώνουνε στην κρύα άσφαλτο
φεγγάρια μνημοσύνης.

(Ιταλία, 30-7-22)

Mέσα απ’ το περιτύλιγμα

Ο ήλιος
μέσα απ’ το περιτύλιγμα
ανασταίνει την φωτεινή του όψη,
πέφτει αξύριστος ψίθυρος ορμητικός,
πεινά επάνω στα μαλλιά μου
την ώρα που μπουκώνω ένα πορτοκάλι,
κλείνει η γεύση του η γλυκιά
της γης το ζουμερό το λίκνισμα
και τότε, μέσα σε δέηση, βγαίνουν
μπαλόνια απ’ τον αυχένα μου,
ρίχνουν στη νύχτα που πλησιάζει
κελαηδίσματα ζεστά
και κομμάτια από το έγχρωμο γέλιο τους.