
Μια αγκαλιά
κι είναι σκοτάδι.
Ο δρόμος τρέχει
σαν άγριο ζώο.
Μικρά άστρα
περιμένουν
να ζουλήξω μέσα τους
το δαχτυλό μου,
για να μπορέσουν να στάξουν
στη διάφανη επιφάνεια της γης
τα βογγητά των σπλάχνων τους.
Ό,τι σπιθίζει
είναι όλο και πιο βαθιά.

Μια αγκαλιά
κι είναι σκοτάδι.
Ο δρόμος τρέχει
σαν άγριο ζώο.
Μικρά άστρα
περιμένουν
να ζουλήξω μέσα τους
το δαχτυλό μου,
για να μπορέσουν να στάξουν
στη διάφανη επιφάνεια της γης
τα βογγητά των σπλάχνων τους.
Ό,τι σπιθίζει
είναι όλο και πιο βαθιά.

Ένα όμορφο μπλε, περισσεμένο,
κοντεύει να το ξεκοκαλίσει
η νύχτα με την ανάλαφρη μελαγχολία.
Κοιτάζω το σάρκινο,
το μεταφράζω σε φεγγάρι
με τους χρυσούς ανέμους.
Τα βλέφαρά μου απόψε βάρυναν ξανά,
φούσκωσε το ροζόχιονο,
τα ‘βαλε με το κίτρινο
αλάβωτο των άστρων.
Όλες οι γλώσσες των νερών
φωνήεντα απαγγέλουν,
κυκλώνω τ’ ακατέργαστα
κι ακούω μ’ ένα πλησίασμα
τ’ αλλόκοτα που ξεστομίζει η σιωπή.

Βρέχει
κι η νύχτα όλο κρύσταλλα
σπασμένα.
Μια δυο φορές,
μου φάνηκε πως μου μιλούσες,
μα το πρόσωπό σου ηχούσε δίχως μάτια
και γω άφησα να τρέχω σε ψιχάλες.
Μια δυο φορές,
μου φάνηκε πως σου ‘γλειφα τα χέρια,
μισή σκύλος, μισή ερωδιός,
κι η ισορροπία μου
ζήτησε ταπεινά συγγνώμη από τα όνειρα.
Είμαι πιο αληθινή
απ’ τα φτερά μιας πεταλούδας
που στο λαιμό σου ζωντανεύει.
Ανθίζω χειμωνιάτικα σε πέτρινες στιγμές.
Πού να μείνω γυμνή και θάλασσα,
η σιωπή που κέρδισε το χιόνι
έκανε συμπαγή τη λάμψη της,
με τ’ άστρα μισοφωτισμένα.

Μιλούσα σε μια νύχτα
πέρα μακριά.
Ο χρόνος γαλάζιος
και το στόμα μου
έπλαθε νησιά.
Ο ουρανός ψιχάλιζε το φως μου
κι αγγίζονταν από σκοτεινές ανάσες
τα νοτισμένα χώματα.
Γκριζωπά αγρίμια
οσφραίνονταν αγγέλους,
μα στα ρινίσματα του φεγγαριού
θεραπευόνταν τ’ άνθη.
Ένας χώρος που οι απώλειες
δεν θα γκρεμίζουν τους φράχτες των ονείρων,
ψιθύρισα
και στη στιγμή το αιώνιο
με άγγιξε με χάδι.

Κάτι μου τραγουδάει.
Στροβιλίζομαι
και καταγράφω μια τροχιά,
βαραίνω σα ‘μύγδαλο
ανάμεσα από χιόνι,
ακουμπώ το έδαφος
με τα ροζ μου μάτια
κι υπάκουη στη μυρωδιά
των πραγμάτων
που κεντούν υποδόρια
τις νυχτιές,
ανοίγω το στόμα μου.
Ανοιχτόκαρδα.
Μικρές ανάσες χελιδόνια
αποδημούν μέσα του,
δυναμώνει η έλευση του χειμώνα.
Τα χέρια μου υγρά ροδοπέταλα.