[Σήμερα στο ακίνητο παραμερίζανε τα σύννεφα…]

Σήμερα στο ακίνητο
παραμερίζανε τα σύννεφα.
Δυο λέξεις με σταγόνες και θάλασσα,
όλο ξεχνά ο άσπρος κόσμος
πώς να πηδάει φράχτες.
Κοιτάζω το ρυάκι,
καθρεφτίζει μέσα του έναστρο κομμάτι,
πάνω απ΄ τους πρώτους ίσκιους
η καρδιά μου ταξιδεύει.
Τα μισά μου φορέματα έχουνε χρώματα,
τα άλλα μισά στέκουν επίορκα.
Θα φοράω κάθε μέρα κι από ένα,
από αυτά που έχουν επάνω τους
ποίηση, κοράλλια και θάνατο.
Τη σελήνη τη χύνω στο χώμα,
δεν είναι τίποτα,
δεν μπαίνει σε καλούπι.
Τους θησαυρούς τους ντύνω
με δροσιά καλοκαίρι και βάθος σιωπή,
η μαγεία τους να φτερουγίζει
καλύτερα στο ηλιόφως.

[Πάνω στα κόκκινα χρώματα ακουμπά ο σκούρος φλοιός]

Πάνω στα κόκκινα χρώματα
ακουμπά ο σκούρος φλοιός,
ξεπαπουτσώνομαι,
δεν ταιριάζει τίποτα άλλο από γύμνια
στη ροή των απλωμένων δειλινών,
να σε φωνάξω με τ’ όνομά μου
να γυρίσεις να μου φέρεις
ανταύγειες και ψωμί,
μιλάω μέσα από χίλια τρυπήματα,
μα τα μεσάνυχτα
που βυθίζονται τα φρούρια,
φέγγω μέσ’ απ’ το κάθε κενό
με ασημένιο φως.
Εκείνα τα ομιχλώδη,
που καρβουνιάζουν ουρανούς
και διώχνουνε τους γλάρους,
μήπως να πολεμήσουμε.
Πέρα από τους βράχους
χαϊδεύω ό,τι άγγιξε τη γη
με μακαριότητα και ρίγος,
ό,τι υποκλίθηκε στην ίδια την καρδιά της.
Στο κέντρο της
λικνίζεται σεμνή
μια μικρή αγριοτριανταφυλλιά.

Αστρογραφώ σε κρύο βράδυ

Αστρογραφώ σε κρύο βράδυ,
μικρά κρύσταλλα αστράφτουν στο σκοτάδι,
ένας ωκεανός γεμάτος μάτια καθάρια,
διαμαντάκια που χώρεσαν τα άγια,

μια νύχτα τέτοια
θαυμάζω την ώρα του μαύρου και του άσπρου

ολόκληρο ξεκλειδώνει το άφωνο,
αντηχεί ζωντανό,
μονάκριβο,
ο ήλιος και η σελήνη
συναντούν τον εαυτό τους,
ένα χώμα ογκώδες βγάζει τη γλώσσα του,
οι φωνές των σκιών πώς λαχανιάζουν,
η οικουμένη χύνεται σε σκοτεινά νερά,
ποιός να χλευάσει μεσ’ στο στόμα μου,
παίρνει αλάτι η φωνή μου απ’ τη θάλασσα,
άσπρα γλαρόνια
μεσ’ στ’ ουρανού την επίστρωση
ταξιδεύουν από δείλι σε πηγή,
ασταμάτητα θροΐζουν των ονείρων οι φυγές,
γελούν ηλιαχτίδες σε διάφανες αυγές,
ο ήχος
αξίνα και τίναγμα,
σατέν λευκό
μέσα σε κήπο που τον φεγγίζει.
Τα μυστικά των θεών
στοργή και χρώματα σε σμιλεμένο χάος.
Ό,τι ραντίζω στην πέτρα ήσυχα
χαϊδεύει το σύννεφο ανάποδα
κι όλα τα άνθη μοσχοβολιά,
λιλά λουλούδια που αντέχουν
στο χειμώνα.

Έλα, δώσε μου λίγο απ’ τα μάτια σου.

-Έλα, δώσε μου λίγο απ’ τα μάτια σου.
-Μ’ ό,τι σε ακουμπώ, ολόγυρά σου βασιλεύω.
-Θέλω την έκφραση, του φεγγαριού τα κάλυπτρα.
-Χάνει συχνά το σχήμα της η νύχτα στις παλάμες σου.
-Την κουβαλώ γδυτή, το σώμα μας ακέραιο.
-Κι η ιερότητα, ένα μεγάλο στόμα.
-Όλος ο χώρος λεμονανθούς που γέμισαν το άπειρο.
-Κατέβα, γιατί αύριο θα χαράξει,

και στέκονταν τα πρόσωπα με ουράνιο χρώμα,
ακούμπαγαν τις φλέβες τους, σαν ειπωμένα λόγια,
κυλούσαν τ’ άστρα απ’ τη βροχή στα ασημένια σπλάχνα τους.

Τα χέρια μου είναι

Τα χέρια μου είναι πίτες και ζυμάρι,
είναι γλαρόπουλα μικρά,
είναι διακοπτόμενο φως.
Αποτραβιέμαι σαν κύμα,
παιχνιδιάρικοι, φιλντισένιοι φάροι
με ασάλευτη δύναμη
ανάβουν τα μάτια μου,
μια γεύση από χαρούπι
μαλακώνει τον ουρανίσκο,
εύθραυστοι, ώριμοι καρποί
τινάζονται όπου ορθώνονταν πύργοι σκληροί,
κομματάκια που λιώνουν
σαν γλυκό βερίκοκο
και τζάνερο τραγανιστό,
να κόψω μόνη μου τη νύχτα,
να τη ζεστάνω στις άσπρες πέτρες
κι απ’ τους ίσκιους δαντελένιο
να βλαστήσει το φεγγάρι.