Λεπτομέρειες

Αγαπώ τις πρώτες
καυτές γουλιές καφέ,
για τη δύναμή τους να
μην έχει σημασία ο χωροχρόνος.
Μ’ αρέσει να διαβάζω ξαπλωμένη στο πλάι
όταν ακούω έξω
τον ήχο της δυνατής βροχής,
γεμίζει τα μέσα μου ο συνδυασμός.
Τρελαίνομαι για αυτά
τα πρώτα βήματα μόλις σηκωθώ
ξυπόλητη ν’ ανοίξω το παράθυρο,
λες και βαδίζω σε μονοπάτι
που μόνο εγώ βλέπω
και σε λίγο τα πόδια μου θ’ αγγίξουν θάλασσα.
Λεπτομέρειες που μπορεί ποτέ να μη μαθαίνουμε
για όσους αγαπάμε,
που εμείς θεωρούμε αυτονόητα οικείες
για να πούμε ή γράψουμε,
ανάμεσα σε αφηρημάδες και σπέρματα,
μια μεθυσμένη βραδιά,
διορθώνοντας κάτι χρυσάνθεμα στο βάζο,
ή με τη συνοδεία τζιτζικιών
και πικάντικων άστρων.
Πόση σπατάλη άγνωστων συνηθειών,
εντοσθιών και ανατριχίλας,
πόσες παλίρροιες άπιωτες.
Τα ταξίδια μας στο κατάστρωμα
μυρίζουν ωδίνες και χελιδόνια,
συντονίζομαι με τον ήχο που κάνουν
θραύσματα των αστεριών
κρεμασμένα στο λαιμό μου,
μαγεύομαι απ’ τις λεπτές μυρωδιές
που στριφογυρίζουν ανάμεσα
σε μπλεγμένες ρίζες
και διάφανες αποχρώσεις,
κάτω απ’ το φως ενός ήλιου με μακριά δύση,
καθόλου αμέτοχη.

 

Φαντασιοκοπίες

Δεν ψηλαφώ
τ’ ουρανού το πρόσωπο απόψε.
Αυτά τα φαντασιοκοπήματα
των αστεριών,
οι ουλές της νύχτας,
όσα δεν αποδίδονται
με λέξεις,
μα μ’ ενέργεια,
δεν αντέχω ν’ αρθρωθούν
στον ωκεανό μου.
Σε ποιό κύτταρό μου
να κληροδοτήσω
τόση οικειότητα θανάτου,
σε ποιό των ορίων την κατάρρευση,
σε ποιό τη μελωδία του φωτός.

Κατευνασμοί

Ανώφελη διαμαρτυρία,
στα γκρεμίδια πασπαλίζουμε
κατευνασμό χρυσάφι,
αλλά δεν πρόλαβα στάλες να σου μαζέψω,
ξάσπρισε ο ουρανός
μ’ αφρισμένα κόκκαλα ψαριών,
μαζεύονται σιωπηλά.
Ανάμεσά τους το φεγγάρι,
στρογγυλό μαργαριτάρι
με χιόνι στις κορφές του,
κυλά στις σκοτεινές τις ρούγες,
όχι, μην είσαι έντρομος φύλακας,
το καταπίνουν αχόρταγα,
το ξέρω,
μα την πέτσα του άφησε
στο ασημένιο πηγάδι,
μαυροκούκι σκεπάζει τ΄ άστρα,
η ενατένιση μου κόβει την ανάσα,
μου κόβει και το χρόνο,
τον διαλύει σα σκόνη
σε ποτήρι στραμμένο στο φως,
τους άσπρους θάμνους
σκίζουν καταφύγια στεναγμών.

Ξάφνου ένα πεφταστέρι –
το πιο όμορφο θάμα –
διέσχισε το μισό κομμάτι του μπλε πάνωθέ μου,
γίνηκα εύθραυστη μαγεμένη ανάσα,
τι ευκή να ζητήσω,
κάτω από θεόρατου δέντρου το ανάλαφρο σάλεμα,
κάτω από έναν ωκεανό
που μαζεύει λευκά μανταρίσματα
να τα ζουλήξει βροχή,
μακραίνει ο δρόμος,
ξαπλώνουν τα θραύσματα
στων ονείρων τα δάχτυλα.
Περιμένω τη μυρωδιά της μπόρας.
Θα βγει ξανά το φεγγάρι,
να τυλιχτεί στα λουλούδια μας,
χαμογέλα.

Απόφαση

Είσαι ακίνητος,
στέκεις και με κοιτάς,
μπορώ να ακουμπήσω δίπλα σου
έναν πελώριο δράκο ή ένα άλογο,
ένα πανέρι με τριαντάφυλλα,
ένα ολόλευκα σμιλεμένο άγαλμα,
μπορώ να κάμω τους κάμπους χιονισμένους
και μένα να τους διαβαίνω στωικά,
να τυλίξω τα πάντα γύρω σου με φύλλα αγριοκερασιάς
να κάμω να μοσχομυρίσει το χώμα σου κρινάκια και αγράμπελες,
να περνά ένας Θεός μέσα απ’ τα σύννεφα και
να σου γελά μες στη φωτιά,
να σε δαγκώνει η θάλασσα
και να τραγουδά το δέρμα σου το αλάτι της,
μπορώ να στέκω γυμνή και να σου δείχνω τα πουλιά
ή να σε τραβώ αντίπερα και να κάνουμε βουτιές σε χειμάρρους
να μυρίζουμε σύννεφα και να φιλάμε αίμα,
μπορώ ρημαγμένη
και μπορώ και μέσα από στάχτες ξανά,
καταλαβαίνεις;
Κουνήσου μια πιθαμή
να με σταματήσεις.

Αναπότρεπτα


 

Οι γαλάζιες νύχτες χάθηκαν
κυνηγώντας ξέφτια τ’ ουρανού,
στην επανάληψη κοιμήθηκαν τ’ άστρα,
ο ύπνος ξύπνησε καταπονημένος
από άνυδρη βροχή,
ψάχνει για ναυαγούς
και το πλοίο μόνο με κύματα τώρα ταξιδεύει.