[Μια γλώσσα σκάβει…]

Μια γλώσσα σκάβει
σε ασημένιες κοιλάδες,
βαριά, είναι βαριά
τα πεσμένα αστέρια,
αφήνουν πορφυρένιες τρύπες
κι οι κέδροι
ανοίγουν ανάμεσα τα κλαδιά τους,
να γίνουν θέλουν διάπλατοι αγγέλοι,
μα το θρόισμα του φθινοπώρου
σκορπά τον ανάλαφρο ήχο
του φεγγαρίσιου σαλέματος
και γεμίζουν οι λόφοι
με άλικα και χρυσοπράσινα φύλλα.
Μια τρυφερότητα βυθίζεται
σε σαρκοφάγα μουσική.
Μένει το σιγανό ψιθύρισμα
στους κήπους με τις μηλιές.
Κι οι πέρλες που κυλούν
από τα στόματα των λύκων
μέσα στην αμφιλύκη.

[Τί είναι αφύσικο…]

Τί είναι αφύσικο,
ξυπνώ και βλέπω
σκούρους ανθρώπους.
Πιο πέρα ένα δέντρο
άνθισε ζαλισμένο.
Το άρωμα των διαλόγων
γεμίζει τον ήλιο,
εκείνος ξαφνιάζεται,
δεν προσμένει απόλαυση.
Τρία γαλάζια φεγγάρια πιο κάτω
το δειλινό θα βυθίζεται στο χιόνι
Κι εμείς διψασμένοι
θα βουτάμε με το αλάτι μας
να λαθέψουμε
της γης την έριδα.

[Σε κάθε εναντίωση…]

Σε κάθε εναντίωση
επικυρώνεται ενέδρα.
Άλλα χρώματα θαρρώ
έτρεμαν μέσα μου.
Ησύχασε.
Θα σπάσει και θα βγει.
Το φως μέσα στη νύχτα.
Και τα μάτια, οι δαίμονες,
τα τριαντάφυλλα
και τα παράπονα
στις άκρες των σιωπών
θα στολιστούν.
Μικρές ψιχάλες φθείρονται
πηγαίνοντας προς τον ήλιο.
Το χέρι μου όλο κρατά
ένα όμορφο όνειρο.
Μέχρι να φυτευτώ
σα δέντρο, με ολόχρυσες ρίζες,
οι αγιογραφίες μου θα επιστρέφουν
πάνω από αραχνοΰφαντα χτίσματα.

[Δύναμη εγκλεισμός…]

Δύναμη
εγκλεισμός
ερέθισμα
προνόμιο
σημάδια
ιβίσκος
δύση
ανεμώνη

ένα άστρο έγινε κομμάτι μου
ανεβοκατεβαίνει αζωγράφιστο στο στήθος μου

πόλη χαρούμενη
μπλε θάλασσα
τρυφερή ομορφιά
λύπη ακατέργαστη

άνοστη πατρίδα
χωρίς νότες στις άκριες των δαχτύλων μου.