Δέηση

Κι όταν η μέρα τελειώνει
και κάθομαι απέναντί σου στη σιωπή,
κρυφακούς τους φόβους μου;
Τα μάτια μου ζητούσαν το φως του πρωινού,
στο πρόσωπό σου γλυκιά ανατολή.
Και μίκραινε, μίκραινε η θλίψη μου,
έπεφτε σαν τον καρπό στο χώμα,
ύστερα βλάσταινε στοργή
που θέριευε σε εκτάσεις,
ένα τεράστιο ψηφιδωτό απόλυτης ομορφιάς,
και γω αιωρούμενη και διάφανη
μπορούσα πιο βαθιά να σε πλησιάζω.
Ακούς του κόσμου το κομμάτιασμα;
Είναι σημεία των καιρών που φωσφορίζουν
κι είναι κλειδώματα βαριά και θορυβώδη
που στοιβάζονται στην καταχνιά
και σε σφαγή μετέχουν.
Να διατυπώνουμε μ’ ενάργεια
τ’ αστροτρίμματα,
δρασκελίζω από τη μια άκρη ως την άλλη
τις πολιτείες των νερών
και είναι γαλάζιες, τα βλέφαρά τους
τρεμοπαίζουν στον ήλιο και πάνω τους ακουμπούνε τα πουλιά
και είναι πράσινες, πλαταγίζουν ήχους ευτυχίας
που μυρίζουν σα δέντρα λεμονιές,
οι σπασμοί απλώνονται πέρα απ’ τους ίσκιους
κι οι μνημονεύσεις αφήνουν άνθη στα κοιμητήρια.
Είναι κάτι σταγόνες μας που πέφτουνε στη γη,
ποτίζουν το χώμα με αστρινή θαμπάδα
και γνέθουμε στον κόρφο μας το κιτρινόμαυρο μετάξι.
Βαδίζουμε περικυκλωμένοι από άστρα και φωτιά.
Ν’ αγκαλιάζουμε, ν’ αγκαλιάζουμε γερά
κι ας είναι χέρια στεναγμών, ούτε μετρήσαμε το αλάτι.
Στα μεσοδιαστήματα
να τραγουδάμε για ένα κοριτσάκι.

[Εδώ στάσου…]

Εδώ στάσου,
να κατευνάσουμε τους κεραυνούς.
Βγήκαν τριαντάφυλλα και άστρα
κι ο ουρανός θύμισε πάλι ουρανό.
Έτσι τη νύχτα με το σώμα την ψηλάφιζα,
δωρική.
Έτσι μου ξεκοίμιζε κι αυτή γλυκά το φως.

Στον αέρα των αγγέλων

Μουσκεύει ο καιρός.
Ανοίγουν και κλείνουν οι ουρανοί.
Στα χείλη μια γεύση κόκκινων καρπών
και δυναμίτη.
Λίγο πριν ξαναγεννηθεί ο κόσμος
ν’ απαριθμήσουμε τα όνειρα.
Εκείνα που χωράνε τα γέλια των παιδιών
σ’ όλα τα χρώματα.
Ολονυχτίς θα πιλατεύω το φεγγάρι,
να εξαργυρώνει με τη γλώσσα του
των παραμυθιών τα πικραμύγδαλα.
Η πλάση λεκιασμένη,
όλο ξεχνά τα σήμαντρα, 
τα πούπουλα και τα ψηλά.
Και πως χρυσαίνει με αστράκια.
Σε τούτο τον αέρα των αγγέλων
προσεύχομαι.

[Πιο πέρα …]

Πιο πέρα
από τ’ ακρωτηριασμένα
και της νύχτας την ταλάντωση,
άνθιζαν μικρά φωτάκια.
Κι ο κόσμος, αν και μακρινός,
δεν έχανε τις ρίζες του
με τα κρυστάλλινα χνάρια.
Μικρά φεγγάρια
χόρευαν στον ουρανό,
την ένιωθα τη φέξη τους
από την απέραντη πατρίδα.
Ασπίδα προστασίας
των άστρων το τρέμισμα.
Κι αν είναι από σκοτάδι
το μουγκρητό αντιβούισμα,
μη μου μιλάς,
μέχρι να σπείρω απ’ την αρχή
το μυστικό του χρόνου
και τη χρυσή του αστρόσκονη.
Να είναι από αχάτη
οι ψίθυροι και οι σιωπές μας.

[Ο ήλιος αφήνει μια υγρασία…]

Ο ήλιος αφήνει μια υγρασία
στην άκρη των χειλιών,
κριτσανάει το φθινόπωρο
κάτω από μικρά ίχνη σαλιγκαριών
κι όλη η πόλη θαμπή
τραγουδάει για τη λήθη.
Όπως τα νυχτολούλουδα,
κλείνονται οι νύχτες με σιδερένιο στόμα,
σαστίζει ο χώρος στον πρωτοπυρήνα του,
μα δε φέγγουν τ’ αστέρια-εμφυτεύματα.
Καταμεσής θρασύτατο
μοιχεύεται ένα πάλαισμα,
απλώνει τη βροχή του γαϊτανάκι
και πιάνεται ανάλαφρα
από εσπεριδοειδείς πλανήτες,
έτσι που σαν υποτροπιάζει η παραίτηση,
ο θόλος τ’ ουρανού να βουρλίζεται
κι από τα βαθιά του μάτια
ως του σούρουπου τους βουβώνες
και την τεντωμένη αυγή
να ξεφεύγουν πετροχελίδονα πορτοκάλια.