
Είναι αλαβάστρινη η επιθυμία.
Περνά μέσα από κάθε
οχυρωμένο μύθο,
σαν τη σκληρή Σελήνη
που μπορεί να κατεβαίνει
στην κατάφωτη θάλασσα.
Για μια στιγμή
τραγουδούν τα χρώματα
που σμίγουν με χειμωνιάτικους κήπους.
Η τελευταία ασημείωτη πληγή,
η τελευταία ασημείωτη ανάσα,
τί επαρκεί
για να κυματίζει ο χρόνος;
Προαναγγέλω κομμάτια δασών,
όταν ξεβολεύω τα τραύματά μου
και τους μπήγω ρόδινες παρεμβάσεις.
Μα ονειρεύομαι πως στη γιορτή των αστεριών
σπαρταράει μια ξεμοναχιασμένη ομορφιά
με λοφώδεις προβληματισμούς.
Κάνει τις μελωδίες να ξεχυμίζουν
κι ο άνεμος με τα κυρτά του δάχτυλα
εξευγενίζει μέσα στα μάτια της
τις κρυσταλλώσεις της σιωπής.
Σε κάθε γέννηση αγγέλων
μισόγυμνες οι φωνές μας
ονοματίζουν θάματα.



