[Είναι αλαβάστρινη η επιθυμία]

Είναι αλαβάστρινη η επιθυμία.
Περνά μέσα από κάθε
οχυρωμένο μύθο,
σαν τη σκληρή Σελήνη
που μπορεί να κατεβαίνει
στην κατάφωτη θάλασσα.
Για μια στιγμή
τραγουδούν τα χρώματα
που σμίγουν με χειμωνιάτικους κήπους.
Η τελευταία ασημείωτη πληγή,
η τελευταία ασημείωτη ανάσα,
τί επαρκεί
για να κυματίζει ο χρόνος;
Προαναγγέλω κομμάτια δασών,
όταν ξεβολεύω τα τραύματά μου
και τους μπήγω ρόδινες παρεμβάσεις.
Μα ονειρεύομαι πως στη γιορτή των αστεριών
σπαρταράει μια ξεμοναχιασμένη ομορφιά
με λοφώδεις προβληματισμούς.
Κάνει τις μελωδίες να ξεχυμίζουν
κι ο άνεμος με τα κυρτά του δάχτυλα
εξευγενίζει μέσα στα μάτια της
τις κρυσταλλώσεις της σιωπής.
Σε κάθε γέννηση αγγέλων
μισόγυμνες οι φωνές μας
ονοματίζουν θάματα.

Χάρτινα καραβάκια

Πιο πέρα
απ’ των λέξεων το άγγιγμα
ξεδιπλώνεται
μνήμη λαβύρινθος.
Ανταμώνω με ολόλευκα πουλιά.
Ένα γύρισμα άγριο,
ζεστό και αγκαθωτό
μου φέρνει φως από γαλαξίες μακρινούς.
Μακριά, τόσο μακριά
στεγάζονται αγαπημένοι,
ηχεί ο ήχος της φωνής τους
μεσ’ στ’ αυτιά μου,
είν’ τα μαλλιά τους ασπρονούφαρα τρυφερά,
κι η δύναμη τους,
η δύναμη τους γίνηκε
και δύναμη δικιά μου
κι ας μη με πήρανε
ποτέ ξανά αγκαλιά.
Μικρό κορίτσι μου ‘δειχνες
πώς μαγικά διπλώνονται
χάρτινα καραβάκια,
πώς φεύγουν απ’ το δέρμα
της αυλής κι ίσαμε τ’ άστρα
ταξιδεύουν.
Κι ένα χαρτί αγέραστο,
δες, με φυλά ακόμα.

κορίτσι πράσινο

Μικρό κορίτσι πράσινο,
με γέλιο στη ματιά σου,
με ουρανό ελεύθερο
συχνά που σκοτεινιάζει,
μπλέκουν στα χέρια σου μαβιά
χρώματα αγγιγμένα,
μα την αυγή θρυψάλισμα
σε ευωδιάζει πάλι.
Κι είναι το βλέμμα σου αυστηρό,
γεμάτο άστρα μέσα,
κι οι θάλασσες σου καίνε θυμιατά
και μαργαρίτες βγάζεις.
Μισή χαρά, μισή βροχή,
ατέλειωτη ταξιδεύεις
και κάτω από χρυσές γραμμές
την κρύβεις την φωτιά σου.
Εικόνισμα φωτός γλυκό,
για όποιον ξεγυμνωθεί μπροστά σου.

[Μυρίζει έξω η νύχτα…]

Μυρίζει έξω η νύχτα.
Άστρα αιχμάλωτα
στις φορεσιές του ουρανού.
Λικνίζονται λίγες φωνές
στην πεθυμιά του ανέμου.
Αυτό που δε φεύγει
ανασύρει έγχρωμο χρόνο,
γίνεται νερό,
βγαίνει έξω απ’ της σάρκας
τα δόντια.
Τα πρόσωπά μας
γδύνονται βακχεία, σεμνότητα
και θύελλες.
Όλο πιο μέσα μου,
με τίποτα δε μοιάζεις.
Θυμήσου.
Αναβοσβήνω δίχως ρυθμό.

[Εμείς σαν άστρα λάμπουμε…]

Εμείς σαν άστρα λάμπουμε,
μακριά από τ’ αστέρια
και τρυφερά τις πέτρες βγάζουμε
να μην μας κοκκινίζουν.
Δως μου βροχή, πάρε φωτιά,
το φως από το στήθος σου
ξεδίπλωσε απ’ τους φεγγίτες.
Όλες οι χώρες των θεών
φωτίζονται στη σιωπή μας.
Τη λύπη μόνο την υγρή
σκόρπα τη στους ανέμους
και χάιδευε με τ’ απαλά
φτερά σου τους ανθρώπους.
Κάτι μικροί μου στεναγμοί
ραβδώσεις στο φεγγάρι,
ο χώρος γύρω ανοίγεται
κι εσύ, καρδιά μου, ο χρόνο