
Μυρίζει έξω η νύχτα.
Άστρα αιχμάλωτα
στις φορεσιές του ουρανού.
Λικνίζονται λίγες φωνές
στην πεθυμιά του ανέμου.
Αυτό που δε φεύγει
ανασύρει έγχρωμο χρόνο,
γίνεται νερό,
βγαίνει έξω απ’ της σάρκας
τα δόντια.
Τα πρόσωπά μας
γδύνονται βακχεία, σεμνότητα
και θύελλες.
Όλο πιο μέσα μου,
με τίποτα δε μοιάζεις.
Θυμήσου.
Αναβοσβήνω δίχως ρυθμό.