[Στιγμές που μπαίνεις μέσα μου]

Στιγμές που μπαίνεις μέσα μου
με τον πιο τρυφερό τρόπο,
καταλαμβάνεις κάθε εκατοστό μου
και μετατρέπομαι σε ρόδο αέρινο.
Σκορπίζω πέταλο πέταλο
και μένει μόνο το πρόσωπό μου
στα μικρά παντοδύναμα χρώματα
του σύμπαντος.
Το μαυρόασπρο αριθμεί αφίλιωτο
τα πατημένα άνθη,
κανείς δε βλέπει τα πράγματα
που τρυπιούνται, αδειάζουν και φεύγουν.
Ανάμεσα στα χρώματα, την ομορφιά
και τις ερεβώδεις φυγές,
χύνεται το λυρικό απόθεμα τ’ ουρανού.
Γεμίζουν οι δρόμοι – πώς γελώ –
μ’ ασκούπιστα άστρα.
Στο μέσα μέρος της παλάμης
σαν κόσμημα στριφογυρίζει ο κόσμος.
Σε κάθε άγγιγμα φεγγοχαϊδεύω
όσα απ’ το βάθος
προσφέρονται ορθάνοιχτα.

[Άφηνέ με να μη μπορώ…]

Άφηνέ με να μη μπορώ
εύκολα να σου ξεπληρώνω
την κάθε αβίαστη ανάσα.
Μικρά μπαστούνια λουλουδιών,
λευκά σκήπτρα,
παίρνουν μόνα τους τη δύναμη
και τα βαστάνε για ν’ ανθίζουν.
Τα μάγουλα του ήλιου
γεμίζουν φυσαλίδες χρωματιστές,
σιμώνουν όταν κοιμόμαστε,
περνούν πάνω απ’ τα δόντια των δέντρων
κι ακουμπούν με τη διάφανη κοιλιά τους
στα ορφανά αστέρια.
Ζωγραφίζονται τα όνειρα
με μεγάλες χειρονομίες
και το κεχριμπαρένιο
που τρυπιέται στις αιχμές,
χύνεται στοργικά στα μαξιλάρια.
Σ’ ένα χορό μεταξωτό,
μυρίζει αγνότητα νερού.

[Διαγράφονται κύκλοι]

Διαγράφονται κύκλοι.
Ένα φεγγάρι νυχτοφύλακας
ζητά να δει τί κρύβω πίσω από τη γλώσσα μου.
Ανοίγω το στόμα,
τί πρόλαβε να δει γυμνό,
δε βάζει ο νους του την προέκταση.
Βηματίζει με τα χείλη γεμάτα ρόδα εαρινά,
χωνεύει μες στα μάτια του τις σκοτεινές γιορτές.
Από τα βάθη μου πυρακτώνεται
ένα ποτάμι αρχαίο,
ξέχειλο προχωρά, νοτίζει τις αισθήσεις.
Και μες στο κέντρο το ακατάπαυστο
ανοίγει κι άλλο κέντρο.
Φεγγρίζει απαλά, με διάφανα στολίδια
κι ο χώρος του αντανακλά
της ομορφιάς την όψη.
Άνεμος
γέννηση
φωτιά
λάμψη και προστασία.
Και γίνονται οι ήχοι μου
ήχοι ἐν ἐνεργείᾳ.

[Μέχρι να πάω…]

Μέχρι να πάω,
θα χάνομαι,
θα βγάζω χνάρια
από τις τσέπες
και θα κυκλώνω
με μύρια χρώματα
τ’ αστέρια.
Ο κόσμος μαζεύεται
σ’ ένα του ζάρωμα.
Την αυγή θα σου βγάλω
λίγο λίγο τον ήλιο
από το στόμα μου,
δε θα ‘ναι λαγνικό το φως,
κεντίδια που ιρίδιζαν
στις ανεμόσκαλες
θ’ αποστηθίσω,
για να επαληθεύσω
τα σημεία που διαχέεται
το φως, από τα πρόσωπα
στο πέλαγος.

[Φίλια βλέφαρα…]

Φίλια βλέφαρα.
Βυθίζονται και ξαναβγαίνουν.
Στάζουν από πάνω τους
απομεινάρια των ονείρων,
μαλακά, αέρινα χρώματα
σε ζωγραφισμένες ροζ σκιές.
Μοσχοβολούν ρόδα και σύννεφα
από τους κήπους των αγγέλων.
Φέγγος αξέχαστο χρυσογελάει
όταν ανοίγουν οι γλυκανθισμένες ώρες,
θολά, όπως τρεμίζουνε
τα μάτια από τον ύπνο
και στη μετάβαση την απαλή
τ΄ αστέρια ξεπροβάλλουν.
Αλλόκοτα γεμίζουν τ’ ουρανού
μπαλώματα με γέλια και καλοσύνη.
Κι οι ήχοι οι βαθύσκαπτοι,
σαν μητρική αγάπη αντιλαλούνε.