
Στιγμές που μπαίνεις μέσα μου
με τον πιο τρυφερό τρόπο,
καταλαμβάνεις κάθε εκατοστό μου
και μετατρέπομαι σε ρόδο αέρινο.
Σκορπίζω πέταλο πέταλο
και μένει μόνο το πρόσωπό μου
στα μικρά παντοδύναμα χρώματα
του σύμπαντος.
Το μαυρόασπρο αριθμεί αφίλιωτο
τα πατημένα άνθη,
κανείς δε βλέπει τα πράγματα
που τρυπιούνται, αδειάζουν και φεύγουν.
Ανάμεσα στα χρώματα, την ομορφιά
και τις ερεβώδεις φυγές,
χύνεται το λυρικό απόθεμα τ’ ουρανού.
Γεμίζουν οι δρόμοι – πώς γελώ –
μ’ ασκούπιστα άστρα.
Στο μέσα μέρος της παλάμης
σαν κόσμημα στριφογυρίζει ο κόσμος.
Σε κάθε άγγιγμα φεγγοχαϊδεύω
όσα απ’ το βάθος
προσφέρονται ορθάνοιχτα.



