Μετατροπή

Θρέφω μέσα μου μια μπάλα
φωτεινής τρυφεράδας,
κρύβει το πρόσωπό της στα ραμφίσματα
και ντυμένη γιορτινά σου γράφει στίχους
να γίνουν γέφυρες
στα κοκκινόφαγα αλατισμένα κάστρα.
Μίλησε μου για τα τραγούδια του ανέμου,
τις νύχτες που φεγγάρι δεν βαστά
κι η ασταμάτητη ροή του μαύρου ουρανού
γυρεύει να με πνίξει.
Τραγούδησέ μου μια πίστη στην επικράτεια
του χρόνου,
να χωθώ ολόκληρη στη ζουμερή μυρωδιά
του ανοιχτού πορτοκαλιού,
να γίνει ο κύκλος της το σώμα
που με τις σταγόνες του
αλλιώτικο θα σπείρει γλάσο
και λουλουδάτες ανταύγειες
θα κάνουν το χαμό χρωματιστό.
Άφηνέ με να ψαλιδίζω τη συμμετρία
και γω θα στρογγυλεύω τις ανελέητες στιβάδες
του μελαγχολικού πυθμένα,
μέχρι ν’ ακούς τους λοφίσκους απ’ το γέλιο μου
στα ταπεινότερα άνθη.

Αξιοθύμητα

Αδιάκοπη βροχή,
σκύβω μια στιγμή να την πιάσω
και δαντελένιες αναλαμπές
χωρίζουν τα υδάτινα περιθώρια
απ’ την κρυστάλλινη πάλη.
Αντίστροφα ζεσταίνονται οι αισθήσεις,
ακίνητες είναι μόνο οι εκπνοές.
Σε κάθε μικρό σημείο μου
φυτρώνει ένας κέδρος
και μυρίζει αλμύρα
από τις αφηγήσεις των παραμυθιών.
Μια βάρκα υφαίνεται
με σαϊτιές των κεραυνών,
φλυαρούν οι σταγόνες
κι όλο το νερό αλλάζει εποχές.
Η ατμόσφαιρα δεν θυμάται τ’ όνομά μου.
Αξιοθύμητα είναι πάντα
τα γελαστά πλατσουρίσματα.

Απόχρωση φεγγαριού

Κάθομαι χάμω
στα σκαμμένα κύματα,
δεν λυγίζει, είναι στέρεο αυτό το γκρι,
το μαζεύω στις κρύες φούχτες μου
και η ασυμμετρία του μυρίζει
θαλασσινό αλάτι,
κάπου αλλού εκπολιτίζονται οι μαργαρίτες.
Αν έχω θέση, ακίνητη δεν είμαι.
Όλα τα στοιχειά της νύχτας μουρμουράνε
και το σώμα μου βγάζει σιγανές μελωδίες.
Δεν σπάζω τίποτα από τ’ άστρα,
ίσως απλώνονται στην κατάμαυρη πεδιάδα
μα είναι ήσυχα για να τα δω.
Χορεύω τυφλή, σέρνω στην άμμο μια απόχρωση ρόδινη
από της άνοιξης το σώμα,
ποθεί η ανάσα μου να νοθεύσει το σκούρο,
στόμα βυθού με στόμα δειλινού,
χωρίς έπαρση,
να χύνεται το γινωμένο ροζ στο βαθύχρωμο άπλωμα,
μια ντελικάτη απαλοσύνη να γλείφει το άγριο
και το φεγγάρι περίεργο να βουτάει τα δάχτυλά του.

Δρόμοι άχραντοι

Αυτή η ατμόσφαιρα,
που σιτίζεται ο ουρανός
απ’ το φεγγάρι
και τα ήρεμα πατήματα
των ζώων
κάνουν στη γη λευκές ρωγμές,
γεμίζει τις σκιές
με δρόμους άχραντους.
Με κρατάνε στον αέρα
τα ρωτήματα,
μα τη νύχτα πάντα
γίνομαι ορθάνοιχτη.
Όλος ο κόσμος ανάμεσα
στη γη και στα πουλιά.
Σκόνη ζάχαρης πατώ
για να ψηλώνω.

Απόψε λύνω τα όνειρα

Σε μιαν άρση ακροβατώ.
Αποτραβιούνται ξέπλεκα τα σύννεφα
κι ο άνεμος ταρακουνάει
τα κουδουνάκια.
Έχει αδράνεια η σκέψη
όταν οσμίζεται άστρα;
Απ’ τα πλευρά μας
πέφτει μια λάμψη βελουδένια.
Ανοίγουν οι κόσμοι που ζωγραφίζονται
στο πέταγμα μικρών πυγολαμπίδων
κι η ανάσα μου διδάσκεται σιωπή.
Φωταγωγείται η νύχτα
μόνο με κερί.