
Θρέφω μέσα μου μια μπάλα
φωτεινής τρυφεράδας,
κρύβει το πρόσωπό της στα ραμφίσματα
και ντυμένη γιορτινά σου γράφει στίχους
να γίνουν γέφυρες
στα κοκκινόφαγα αλατισμένα κάστρα.
Μίλησε μου για τα τραγούδια του ανέμου,
τις νύχτες που φεγγάρι δεν βαστά
κι η ασταμάτητη ροή του μαύρου ουρανού
γυρεύει να με πνίξει.
Τραγούδησέ μου μια πίστη στην επικράτεια
του χρόνου,
να χωθώ ολόκληρη στη ζουμερή μυρωδιά
του ανοιχτού πορτοκαλιού,
να γίνει ο κύκλος της το σώμα
που με τις σταγόνες του
αλλιώτικο θα σπείρει γλάσο
και λουλουδάτες ανταύγειες
θα κάνουν το χαμό χρωματιστό.
Άφηνέ με να ψαλιδίζω τη συμμετρία
και γω θα στρογγυλεύω τις ανελέητες στιβάδες
του μελαγχολικού πυθμένα,
μέχρι ν’ ακούς τους λοφίσκους απ’ το γέλιο μου
στα ταπεινότερα άνθη.



