Πάντα την ώρα αυτή

Πάντα αυτή την ώρα.
Όλος ο χώρος αμίλητος
και στο νησί ανέβαιναν
τα χρώματα.
Μια νεραντζιά σιμά μου
σα να ‘βγαινε
απ’ του ήλιου τις ανταύγειες,
τόλμησε κατάστηθα
να λαμπιστεί μ’ ευλάβεια,
άκουγα με το σώμα μου
την βιολετί παρέκκλιση
και λίγο λίγο περπάταγα μακριά.
Σε κάθε στέρνα
γελούσε το φεγγάρι.
Σε κάθε θάλασσα
τ’ αστέρια λεπτοδουλεμένα
μάζευαν μαργαρίτες.
Έξω απ’ την ήσυχη νυχτιά
πεζοπορούσαν θάματα.

Φύλαγμα

Μην της μιλήσεις της ώρας,
φυλάει το δειλινό.
Επαίτες αυτά τα σύννεφα,
λαχταρούν κατάσαρκα
λίγο απ’ το μαβιασμένο
του ήλιου πρόσωπο.
Δεν ξαναλέω τι παθαίνω τ’ απόβραδο,
στενεύει ο κόσμος μέσα στις λέξεις μου
και πρέπει με χιλιαπλά ανεμίσματα
να ξεδιπλώνω
του κόκκινου την αποξένωση.
Σκυφτή μια σύγκρουση
δίνει νόημα στο πέταγμα
και τρέχουν τα μπράτσα μου
να σμιλευτούν με τα πουλιά.
Πλαταγίζει το πρώτο αστέρι
τη δύναμη των λευκοπετραδιών.
Ένα ένα τα ζωντανεύω
κι οπάλλινη ηρεμώ.

Αχτιδωτά

Έχω ανάγκη από τις μακρινές μου βόλτες.
Ν’ αφρίζουν κύματα στα πόδια μου,
να βρίσκω κόκκινες παπαρούνες
και να χαζεύω τα πουλιά.
Μόλις βρέχομαι από δειλινό
βάφω μενεξεδί τους λόφους
και το φόρεμά μου σέρνει ψιθύρους
από κρυσταλλοπηγές.
Σαν φυσήξει ακροπατώ
κι η γεύση μου παίρνει λίγο
απ’ την ανάσα της νυχτιάς.
Προφέρω τους αστερισμούς
και κείνοι αστράφτουν.
Τρυπώνω με την τσέπη γιομάτη καραμέλες
στα φυλλώματα των δασών.
Στις σταγόνες τους μυρίζω άβυσσο.
Ακόμα και στα πιο σκοτεινά,
βρίσκω λευκολούλουδα μικρά
και γαλακτερές πυγολαμπίδες.
Ανοίγω και χύνω δω και κει
πορτοκαλένια και ανθηρά μου
και φυτεύονται στο στερέωμα
μικρά χιονάκια άσπρα, που με τον ήλιο
πίνουν οι κήποι απ’ την καρδιά τους
και καθρεφτίζεται στο λιώσιμο
η γύμνια των αιώνων.
Κι εγώ σκάβω στα χώματα
και στα απόκρημνα των ονείρων,
με ιριδισμούς και ρουμπινένια δάχτυλα,
με ρινίσματα φωτός κι άγραφο φεγγαρίσιο,
εκείνο το πέλαγος φωτιάς
να αχτιδίζω σε άστρα.

Πρωτοχρονιά

Αντάρτικο.
Όλοι μαζί με χέρια χρυσά.
Να περπατάμε
με του σύμπαντος
τα φαναράκια αναμμένα
κι από κρυστάλλινες οξιές
η καταχνιά να πλέκεται
και να υφαίνει ομορφάδα.
Λογόγλυκος ήλιος
να ντροπαλεύει τ’ άστρα
κι όταν καρφώνονται
στο μαυρόδασος τ’ ουρανού
να γιομίζουν τα σπλάχνα του
με μυρωδικά κι αγέρια
και χρυσαφένια βυσσινάδα.
Και η τροφή μας
να ‘ναι απ’ τη φέξη τους.
Και ‘μεις φεγγαροπρόσωποι
σφιχτάγκαλα να γελάμε
και να ραντίζουμε τρυφερά
χαρές και χρώματα.
Με τέτοια όπλα
ν’ αγγίζουμε την κάθε αυγή
κι οι σχιστές ξάστερες πλαγιές
να ξεπεζεύουν στη ματιά μας.