
Έχω ανάγκη από τις μακρινές μου βόλτες.
Ν’ αφρίζουν κύματα στα πόδια μου,
να βρίσκω κόκκινες παπαρούνες
και να χαζεύω τα πουλιά.
Μόλις βρέχομαι από δειλινό
βάφω μενεξεδί τους λόφους
και το φόρεμά μου σέρνει ψιθύρους
από κρυσταλλοπηγές.
Σαν φυσήξει ακροπατώ
κι η γεύση μου παίρνει λίγο
απ’ την ανάσα της νυχτιάς.
Προφέρω τους αστερισμούς
και κείνοι αστράφτουν.
Τρυπώνω με την τσέπη γιομάτη καραμέλες
στα φυλλώματα των δασών.
Στις σταγόνες τους μυρίζω άβυσσο.
Ακόμα και στα πιο σκοτεινά,
βρίσκω λευκολούλουδα μικρά
και γαλακτερές πυγολαμπίδες.
Ανοίγω και χύνω δω και κει
πορτοκαλένια και ανθηρά μου
και φυτεύονται στο στερέωμα
μικρά χιονάκια άσπρα, που με τον ήλιο
πίνουν οι κήποι απ’ την καρδιά τους
και καθρεφτίζεται στο λιώσιμο
η γύμνια των αιώνων.
Κι εγώ σκάβω στα χώματα
και στα απόκρημνα των ονείρων,
με ιριδισμούς και ρουμπινένια δάχτυλα,
με ρινίσματα φωτός κι άγραφο φεγγαρίσιο,
εκείνο το πέλαγος φωτιάς
να αχτιδίζω σε άστρα.