Ανταύγειες

Όσα νιώθω ριγηλά
στο σύμπαν,
αστέρια, λουλούδια,
μικρά φτερωτά πλάσματα,
η μουσική αποκάλυψη,
ο πυκνός πυρήνας της ανάσας,
οι αλαβάστρινες λεπτομέρειες
τ’ ουρανού,
οι μπουκαμβίλιες
κι η άγρυπνη βροχή,
η ανθισμένη λύπη,
μαζεύονται στις ανταύγειες
απ’ το σούρουπο,
με βρέχουν ως το κόκαλο.
Υποτακτικά ροδίζω
κι οι τόνοι τ’ ουρανού
αισθάνονται τα δάχτυλά μου
να βουρλίζουν τα σπέρματά του,
να κυλούν στ’ ασπρόμαυρα πλήκτρα του,
γλυκιά, γεμάτη φρούτα
με το χρώμα του ήλιου,
διαβιβάζω στην αυγινή δροσιά
το φως του σκοταδιού
σπαρμένο μες στα όνειρα
κι η μορφή μου πράσινη
επικαλείται τους βυθούς
στο θαλασσένιο δέρμα της.
Μετάξι που σκίζεται ο ουρανός,
αλείφει φεγγαρόνερο
μες στ’ ασημένια μάτια,
να πέφτει ταπεινά το φέγγος
στην αγκαλιά
της πολυμήχανης τρέλας.

Ταξιδέματα


Ανάμεσα
σ’ ενα πορφυρό
και σ’ ένα γαλάζιο ποτάμι
ταξιδεύει η τρέλα
με βλέφαρα διαμαντοφορεμένα,
όποτε κατεβαίνουν τα νερά
χαϊδεύουν απαλά τ’ αμίλητα,
τ’ ανακάτωμα ωριμάζει το μπλε,
ταξιδεύουν οι ίσκιοι λιωμένο μολύβι
και ποτίζει η σαρωμένη θύελλα
τις αυλακιές των ονείρων.

Αδράνεια

Νυχτώνει

Κάθε ήχος σειρήνας,
κάθε βολίδα,
χαράζει τα λόγια
κι αυτά σπάνε σε χίλια κομμάτια,
γεμίζει η γη πληγές,
γλείφει η αγριάδα στις στέγες
καπνούς φόβου
και μένουν μόνο τα μάτια,
δυο μαύρα φαράγγια
να κρύβουν στις σκλήθρες τους
υπολείμματα ζωής,
ψύχος σφυρίζει στις σχισμές τ’ ουρανού,
μελανή λύπη απολιθώνει τους δρόμους
και στις γροθιές σφίγγεται το κενό,
εκεί που χώνονταν
χέρι ζεστό αγαπημένο,
μια σοκολάτα, ένα τιμόνι.
Κάθε κλάμα παιδικό,
κάθε συντριβή καρδιάς
που το άλλο της μισό ακουμπά
πίσω από τζάμι
δική μας είναι,
δική μας είναι, αν είμαστε ακόμη άνθρωποι,
δική μας είναι
και με τι να τη σκεπάσεις.
Ψηλαφίζει η ανάσα μας
μνήμες, ευχές και προσευχές,
μπηγμένα άνθη
στις εγκοπές του σκότους.

Καβαλάρηδες

Τεντώνονταν οι ήχοι,
χτυπούσαν πόρτες,
αλλά μέσα το σπίτι αδειανό,
λίγες σκιές μονάχα
γλιστρήσαν το ξημέρωμα
να χαιρετίσουν τη γλώσσα που βλάσταινε,
τα χέρια που ορμηνεύαν τη δίψα,
τα πρωτόφαντα όμματα.
Στο δυνάμωμα των αχτίδων
καβαλάρηδες μάχονταν τα νέφη
και ξεφλούδιζαν αεικίνητα
τα ξεραμένα αίματα,
το ξεθαμένο των τρελών
και του γέλιου τα ολάνθιστα μπουμπούκια
στην παλάμη του χεριού τους
βάστηξαν, τα φίλησαν με τρυφεράδα
και σκέπασαν με τη φρούρηση
του μαυρομέταξου
την ξάστερη τη λάμψη.
Πλέχθηκαν στους καλπασμούς
χρυσού στεφάνια στην καρδιά τους,
σε κάθε γονάτισμα
δυνάμωσε η μαγική ισχύ
που καταπίνει θεριά και στόματα
και μέσα από τείχη υψώθηκε
γλυκόλαλη πνοή.