
Όσα νιώθω ριγηλά
στο σύμπαν,
αστέρια, λουλούδια,
μικρά φτερωτά πλάσματα,
η μουσική αποκάλυψη,
ο πυκνός πυρήνας της ανάσας,
οι αλαβάστρινες λεπτομέρειες
τ’ ουρανού,
οι μπουκαμβίλιες
κι η άγρυπνη βροχή,
η ανθισμένη λύπη,
μαζεύονται στις ανταύγειες
απ’ το σούρουπο,
με βρέχουν ως το κόκαλο.
Υποτακτικά ροδίζω
κι οι τόνοι τ’ ουρανού
αισθάνονται τα δάχτυλά μου
να βουρλίζουν τα σπέρματά του,
να κυλούν στ’ ασπρόμαυρα πλήκτρα του,
γλυκιά, γεμάτη φρούτα
με το χρώμα του ήλιου,
διαβιβάζω στην αυγινή δροσιά
το φως του σκοταδιού
σπαρμένο μες στα όνειρα
κι η μορφή μου πράσινη
επικαλείται τους βυθούς
στο θαλασσένιο δέρμα της.
Μετάξι που σκίζεται ο ουρανός,
αλείφει φεγγαρόνερο
μες στ’ ασημένια μάτια,
να πέφτει ταπεινά το φέγγος
στην αγκαλιά
της πολυμήχανης τρέλας.



