[Είναι ένα πλοίο…]

Είναι ένα πλοίο,
θαρρώ κουβαλά μαζί και τη φωνή σου,
το παίρνει ο άνεμος όλο και πιο μακριά,
αρματώνει μ’ αυτό που στάζει
από το καλοκαιρινό προσκεφάλι,
τα σκοτεινά παιχνίδια του νερού
τραβούν το φως του αποσπερίτη,
είναι ερημιά η ησυχία
ή μήπως είναι η γαλήνη των δασών,
μισανοίγω απαλά το όνειρο,
το σεληνόφως ακουμπά ευλαβικά
στα τραύματα και τις ρωγμές σου,
σου μιλώ κελαριστά,
όπως πατούσαμε ανάμεσα στα αστέρια,
σβήνει η σκόνη γύρω απ’ τα χείλη σου,
μεθώ με της τριανταφυλλιάς
το λυτρωτικό εκτίναγμα,
ξέχειλη η ευωδιά ενός ρόδου
ανακατεύτηκε με το βρεγμένο χώμα,
καθρεφτίζω στους ίσκιους
το ανόθευτο χιόνι,
καθρεφτίζω στο ρυάκι
την ανάσα απ’ τα ελάφια μου,
διασχίζω αιώνες
κι ανθίζουν οι θάλασσες,
επιστρέφω εκεί που σου μιλώ για τα πουλιά
και σου λέω να προσέχεις,
έχε το νου σου στα σύννεφα
και στην καρδιά σου
ν’ αναψοκοκκινίζουν με γέλιο τα παιδιά,
στα χέρια μου ανεβοκατεβαίνει
η στάθμη του κόσμου,
τεντώνω τους ήχους του
για να μπορώ να ακούγομαι,
μέσα στο στόμα μου στριφογυρνώ εποχές
και παιχνιδίζω με τους λύκους και τις ανεμώνες,
αν ήμουν αλληγορία θα σου ζωγράφιζα το κάθε τέλος
γαλάζιο και κίτρινο,
χρυσαφίζουν οι μύθοι μας σε άγρυπνα βλέφαρα,
σιωπώ γεμάτη με ήλιο και βροχή,
μα ξέχασα, εγώ σου γράφω
πάντα με το σώμα.

Ανάποδα

Όταν βρέχει,
μια γυναίκα με άλικο φόρεμα
μαζεύει από τη νύχτα σταγόνες
και τα λεπτά της μπράτσα
γεμίζουν νερόκαρφα
που πάλλονται και λαμπυρίζουν
και κλείνουν μέσα τους
ατσαλένιες σιωπές.
Νανουρίζεται το αχανές
που τρομάζει τα όνειρα,
δέσμες φωτός χαϊδεύουν
την ύλη της ομίχλης,
μικρά άνθη από αγριομηλιές
στολίζονται με αστρικά διαμάντια
και στο φόρεμά της
γυρίζει τον έρωτα ανάποδα
ο χρόνος.

[Περιστρέφονται τα όνειρα…]

Περιστρέφονται τα όνειρα
γύρω από τις αμυγδαλές
ενός κόκκινου θεού,
να πασπαλίσω τον χώρο λουλούδια
να μην υπάρχει τίποτα γραμμένο
από την άλλη πλευρά τ’ ουρανού,
μόνο οι ώρες
των πουλιών με τ’ απλωμένα χέρια,
οι ζώνες του ήλιου
σαν συναντούσαν το νερό,
φλέβες που στην άκρη του μυαλού
θώπευαν μνήμες.
Ανάμεσα σε κρέμα και σύννεφα
η φωνή σου ανολοκλήρωτη
σε διαμαντένιους ψιθύρους,
μεταλλάσσεται η αμμουδιά μπροστά στη θάλασσα.
Αναπνέω ακόμη χρυσάφι.

[Θέλω να περισώσω τα όνειρα…]

Θέλω να περισώσω τα όνειρα
από τις φωτιές,
να τα τυλίξω με τη γλώσσα μου
με φύλλα ασημιά,
να τρεμουλιάζουν, ν’ απλώνονται
και να πετούν στιλπνά μεσ΄ στη θαμπάδα.
Μα είναι το στόμα μου τραχύ και κοφτερό,
πέταλο πέταλο τ’ απογυμνώνει
και σκύβει ο άνεμος ψαχουλευτά
να δοκιμάσει της σκοτεινιάς το διαρκές.
Ανορθωμένα απομεινάρια, σαν γκρίζο μάρμαρο,
επίπονη αλλοτρίωση
για να εξηγείς χιλιάδες χρόνια,
και μια στάχτη-ωκεανός απλώνεται
από κάτω μας.
Εκλιπαρούν τα μάτια μου
την ξεχασμένη ομορφιά,
τις μελωδίες στις άκρες του κόσμου
με τα λουλούδια τα μοναδικά μπηγμένα μέσα,
εκλιπαρούν τα μάτια της ελπίδας,
εκείνα που θα γινόταν ανέμελα,
για να χωθούν χρωματιστά,
χωρίς ταυτότητα,
βαθιά μας.