Ανάποδα

Όταν βρέχει,
μια γυναίκα με άλικο φόρεμα
μαζεύει από τη νύχτα σταγόνες
και τα λεπτά της μπράτσα
γεμίζουν νερόκαρφα
που πάλλονται και λαμπυρίζουν
και κλείνουν μέσα τους
ατσαλένιες σιωπές.
Νανουρίζεται το αχανές
που τρομάζει τα όνειρα,
δέσμες φωτός χαϊδεύουν
την ύλη της ομίχλης,
μικρά άνθη από αγριομηλιές
στολίζονται με αστρικά διαμάντια
και στο φόρεμά της
γυρίζει τον έρωτα ανάποδα
ο χρόνος.

Ένα καλάθι με αστέρια

Βλασταίνει ξανά και ξανά
το λουλούδι στο χρόνο
με τις ασημένιες πληγές.
Τα μάτια μου, συλλογίζομαι,
βλέπουν πάντα το ακατόρθωτο,
στο νησί με τα ζωηρά όνειρα
και τους ανέμους απ’ τις νότιες θάλασσες
αφήνω ένα καλάθι με αστέρια,
αυτά των παιδικών μας χρόνων,
να φτερουγίζουν στις νύχτες
να σου θυμίζουν τις ευχές σου,
ν’ αλαφραίνουν τα χρόνια σου,
να ερμηνεύεται πορφυρή, τρυφερή,
δροσερή και γαλάζια
η πνοή σου
σε κάθε ανατολή,
να σκορπούν τα βήματά σου
μελωδίες από τα πέλαγα ως τ’ ακροθαλάσσι,
κι άναρχους ροδανθούς
σ’ όλα τα μονοπάτια.