Ρήγμα

Στο νησί που πατώ
έχει σκαλισμένα μυστικά,
τρίβεται στο δέρμα μου
άμμος και γαλάζια φύλλα.
Διψώ, μαθαίνω τη δροσιά του νερού,
το στόμα μου γεμίζει ζουμερά ροδάκινα,
έχουμε χρόνο να μισανοίξουμε τα βλέφαρα,
ψιθυρίζω στη θάλασσα
τρεις λόγους που με κάνουν να γελώ,
γελούν όλα μου τα κομμάτια
και μετά σκορπίζονται,
κατεβαίνουν στα βαθιά
και περιμένουν να τ’ ακουμπήσει το φως.

Στην άλλη άκρη
εξουθενωμένες ψυχές
κολλούν στο τσιμέντο,
καίγονται απ’ τη μανία του ήλιου,
έχουν να διηγηθούν μικρές αλήθειες
μα το νερό παντού γέμισε πέτρες,
μεγάλες αδίστακτες πέτρες,
στέκονται πάνω τους με συρμάτινα μάτια,
ψιθυρίζουν στη θάλασσα αφάνειες
χωρίς γλώσσα και χέρια,
αφουγκράζομαι τη γη,
πόσο λάθος ονειρευόμαστε
γύρω από την καρδιά της.

Κυκλικό

Πρωί στην κοιλάδα με τα ηλιοτρόπια,
τα χρώματα γέρνουν το κεφάλι τους
κι ανάμεσα απ’ τα κοτσάνια
ξεδιπλώνονται άγνωστα μέρη,
ζωντανεύουν νοήματα,
σκουρόχρωμοι σπόροι
βεβαιώνουν τα μάτια σου,
έχω δικαίωμα να λύνω τα σχήματα

Μεσημέρι στο πάθος της θάλασσας,
χορεύω ανάμεσα στα πόδια της,
πεταρίζουν μικρές λαχτάρες,
αστραποβολούν στον ώμο μου
και κουρνιάζουν στις εσοχές των βράχων
που σκάνε τα κύματα,
τις σηκώνω μέσα στα χέρια μου,
ο εαυτός μας άπτεται στα σωθικά των στιγμών,
πόσο καθαρό ετούτο το φως

Απόγευμα στην κοιλάδα με τις αποστάσεις,
κοφτή η ανάσα σε κάθε βήμα,
χρόνια τώρα μας φυσούν οι άνεμοι
κι έχουμε την αίσθηση πως πετάμε,
τα πεύκα σκορπούν τη μυρωδιά τους
και κάθε ήχος σου γδέρνεται
από το συντονισμό των τζιτζικιών,
φέρνω στα χείλη μου
τα όρια των λέξεων,
κάθε βασίλειο ανοίγει το στόμα του και με μεθά

Βράδυ, με καθηλώνουν τα φώτα που κοιτώ από ψηλά,
βουΐζουν άνθρωποι
μέσα από πέτρινα τείχη,
σκεπάζουν την πόλη,
αποκαλύπτουν πράγματα, μα δεν μας αφορά,
στην πιο σκοτεινή πράξη του φάρου εκπνέω αλήθειες,
στο κόκκινο φως του γίνομαι ρόδο,
με μια αντιφατική ηρεμία
κουνώ τα βλέφαρα
και κάθε έξαψη της νυχτιάς ενώνεται
με τη δροσιά που στάζει από τα γυάλινα άστρα.
Τίποτα δεν είπαμε σ’ αυτή τη γλώσσα.

Προσφυγή

Εμείς
που γυρνάμε και γυρνάμε
γύρω από σκονισμένο φως,
αφήνουμε το βλέμμα μας να βαραίνει
στα σκοτεινά νερά,
γονατίζουμε σ’ αγκαθωτούς ανέμους,
κόβουμε την ασπλαχνία των θεών
με τα δόντια,
πέφτουνε μεγάλα κομμάτια σήψης,
ό,τι τρώμε τώρα είναι καπνοί,
είναι η γλώσσα του ύπνου
που τρίβουμε επάνω της
αλάτι και δεντρολίβανο,
είναι το αίμα του σκισμένου πελάγους
που αλυχτά για τις νερένιες ψυχές.
Ανήμποροι
να στολίσουμε τη ζωή,
μαλάζουμε το φως του φεγγαριού,
και το βουτάμε λευκά μαργαριτάρια
για να προσφεύγουμε στα βάθη.

[Δροσιά στην αυλή με τους κρίνους]

Δροσιά στην αυλή με τους κρίνους
κι έβγαινε απ’ τ’ αστέρια μουσική.
Γλυκομίλητη μια μέλισσα
ανακάτωνε τον λογισμό μου,
πότιζα μυστικά τα ξέσκεπα παρτέρια,
να μπολιαστούν μικρές χαρές
στα σωθικά της γης μου,
να λαμπυρίζει γύρω τ’ όνειρο
κι οι φλέβες του πελάγους,
να κρατηθεί θεϊκό το φως
στ’ αυριανά μας μονοπάτια,
γαλάζιο ν’ αντηχεί νερό
και μια μαγεία αλλόκοτη
να μας φιλά στα μάτια.