
Στο νησί που πατώ
έχει σκαλισμένα μυστικά,
τρίβεται στο δέρμα μου
άμμος και γαλάζια φύλλα.
Διψώ, μαθαίνω τη δροσιά του νερού,
το στόμα μου γεμίζει ζουμερά ροδάκινα,
έχουμε χρόνο να μισανοίξουμε τα βλέφαρα,
ψιθυρίζω στη θάλασσα
τρεις λόγους που με κάνουν να γελώ,
γελούν όλα μου τα κομμάτια
και μετά σκορπίζονται,
κατεβαίνουν στα βαθιά
και περιμένουν να τ’ ακουμπήσει το φως.
Στην άλλη άκρη
εξουθενωμένες ψυχές
κολλούν στο τσιμέντο,
καίγονται απ’ τη μανία του ήλιου,
έχουν να διηγηθούν μικρές αλήθειες
μα το νερό παντού γέμισε πέτρες,
μεγάλες αδίστακτες πέτρες,
στέκονται πάνω τους με συρμάτινα μάτια,
ψιθυρίζουν στη θάλασσα αφάνειες
χωρίς γλώσσα και χέρια,
αφουγκράζομαι τη γη,
πόσο λάθος ονειρευόμαστε
γύρω από την καρδιά της.


