
Πρωί στην κοιλάδα με τα ηλιοτρόπια,
τα χρώματα γέρνουν το κεφάλι τους
κι ανάμεσα απ’ τα κοτσάνια
ξεδιπλώνονται άγνωστα μέρη,
ζωντανεύουν νοήματα,
σκουρόχρωμοι σπόροι
βεβαιώνουν τα μάτια σου,
έχω δικαίωμα να λύνω τα σχήματα
Μεσημέρι στο πάθος της θάλασσας,
χορεύω ανάμεσα στα πόδια της,
πεταρίζουν μικρές λαχτάρες,
αστραποβολούν στον ώμο μου
και κουρνιάζουν στις εσοχές των βράχων
που σκάνε τα κύματα,
τις σηκώνω μέσα στα χέρια μου,
ο εαυτός μας άπτεται στα σωθικά των στιγμών,
πόσο καθαρό ετούτο το φως
Απόγευμα στην κοιλάδα με τις αποστάσεις,
κοφτή η ανάσα σε κάθε βήμα,
χρόνια τώρα μας φυσούν οι άνεμοι
κι έχουμε την αίσθηση πως πετάμε,
τα πεύκα σκορπούν τη μυρωδιά τους
και κάθε ήχος σου γδέρνεται
από το συντονισμό των τζιτζικιών,
φέρνω στα χείλη μου
τα όρια των λέξεων,
κάθε βασίλειο ανοίγει το στόμα του και με μεθά
Βράδυ, με καθηλώνουν τα φώτα που κοιτώ από ψηλά,
βουΐζουν άνθρωποι
μέσα από πέτρινα τείχη,
σκεπάζουν την πόλη,
αποκαλύπτουν πράγματα, μα δεν μας αφορά,
στην πιο σκοτεινή πράξη του φάρου εκπνέω αλήθειες,
στο κόκκινο φως του γίνομαι ρόδο,
με μια αντιφατική ηρεμία
κουνώ τα βλέφαρα
και κάθε έξαψη της νυχτιάς ενώνεται
με τη δροσιά που στάζει από τα γυάλινα άστρα.
Τίποτα δεν είπαμε σ’ αυτή τη γλώσσα.
