Κυκλικό

Πρωί στην κοιλάδα με τα ηλιοτρόπια,
τα χρώματα γέρνουν το κεφάλι τους
κι ανάμεσα απ’ τα κοτσάνια
ξεδιπλώνονται άγνωστα μέρη,
ζωντανεύουν νοήματα,
σκουρόχρωμοι σπόροι
βεβαιώνουν τα μάτια σου,
έχω δικαίωμα να λύνω τα σχήματα

Μεσημέρι στο πάθος της θάλασσας,
χορεύω ανάμεσα στα πόδια της,
πεταρίζουν μικρές λαχτάρες,
αστραποβολούν στον ώμο μου
και κουρνιάζουν στις εσοχές των βράχων
που σκάνε τα κύματα,
τις σηκώνω μέσα στα χέρια μου,
ο εαυτός μας άπτεται στα σωθικά των στιγμών,
πόσο καθαρό ετούτο το φως

Απόγευμα στην κοιλάδα με τις αποστάσεις,
κοφτή η ανάσα σε κάθε βήμα,
χρόνια τώρα μας φυσούν οι άνεμοι
κι έχουμε την αίσθηση πως πετάμε,
τα πεύκα σκορπούν τη μυρωδιά τους
και κάθε ήχος σου γδέρνεται
από το συντονισμό των τζιτζικιών,
φέρνω στα χείλη μου
τα όρια των λέξεων,
κάθε βασίλειο ανοίγει το στόμα του και με μεθά

Βράδυ, με καθηλώνουν τα φώτα που κοιτώ από ψηλά,
βουΐζουν άνθρωποι
μέσα από πέτρινα τείχη,
σκεπάζουν την πόλη,
αποκαλύπτουν πράγματα, μα δεν μας αφορά,
στην πιο σκοτεινή πράξη του φάρου εκπνέω αλήθειες,
στο κόκκινο φως του γίνομαι ρόδο,
με μια αντιφατική ηρεμία
κουνώ τα βλέφαρα
και κάθε έξαψη της νυχτιάς ενώνεται
με τη δροσιά που στάζει από τα γυάλινα άστρα.
Τίποτα δεν είπαμε σ’ αυτή τη γλώσσα.

[Είναι ένα πλοίο…]

Είναι ένα πλοίο,
θαρρώ κουβαλά μαζί και τη φωνή σου,
το παίρνει ο άνεμος όλο και πιο μακριά,
αρματώνει μ’ αυτό που στάζει
από το καλοκαιρινό προσκεφάλι,
τα σκοτεινά παιχνίδια του νερού
τραβούν το φως του αποσπερίτη,
είναι ερημιά η ησυχία
ή μήπως είναι η γαλήνη των δασών,
μισανοίγω απαλά το όνειρο,
το σεληνόφως ακουμπά ευλαβικά
στα τραύματα και τις ρωγμές σου,
σου μιλώ κελαριστά,
όπως πατούσαμε ανάμεσα στα αστέρια,
σβήνει η σκόνη γύρω απ’ τα χείλη σου,
μεθώ με της τριανταφυλλιάς
το λυτρωτικό εκτίναγμα,
ξέχειλη η ευωδιά ενός ρόδου
ανακατεύτηκε με το βρεγμένο χώμα,
καθρεφτίζω στους ίσκιους
το ανόθευτο χιόνι,
καθρεφτίζω στο ρυάκι
την ανάσα απ’ τα ελάφια μου,
διασχίζω αιώνες
κι ανθίζουν οι θάλασσες,
επιστρέφω εκεί που σου μιλώ για τα πουλιά
και σου λέω να προσέχεις,
έχε το νου σου στα σύννεφα
και στην καρδιά σου
ν’ αναψοκοκκινίζουν με γέλιο τα παιδιά,
στα χέρια μου ανεβοκατεβαίνει
η στάθμη του κόσμου,
τεντώνω τους ήχους του
για να μπορώ να ακούγομαι,
μέσα στο στόμα μου στριφογυρνώ εποχές
και παιχνιδίζω με τους λύκους και τις ανεμώνες,
αν ήμουν αλληγορία θα σου ζωγράφιζα το κάθε τέλος
γαλάζιο και κίτρινο,
χρυσαφίζουν οι μύθοι μας σε άγρυπνα βλέφαρα,
σιωπώ γεμάτη με ήλιο και βροχή,
μα ξέχασα, εγώ σου γράφω
πάντα με το σώμα.

[Κρυστάλλινη…]

Κρυστάλλινη
ακουμπώ τους χίλιους δαίμονες,
τους ντύνω
με λεπτά, σεληνιακά ενδύματα,
ψίθυροι αγγίζουν
τις άκρες της αυγής,
εκείνη δε βιάζεται, χαμογελά,
το τελευταίο ασήμι
θα το σταλάξει
μέσα στο ρόδο μας.
Μικρές διαυγείς σιωπές
τρώνε απ’ την αρχή
τα όνειρα,
τα δέντρα ανταμώνουν
με το φως.
Ποιος βαδίζει απ’ τους ωκεανούς
και μπαίνει σε κήπους;